Friday, August 19, 2011

(12) A private fair

The street with the Tanabata decorations

The Tanabata Matsuri (七夕祭) is one of the most advertized Japanese celebrations; and when I say “advertized”, I mean within Japan since, as we all know, the only Japanese things that are advertized outside Japan are geisha, Mt. Fuji, cars, schoolgirls, manga and sushi (by the way, I hope one day I’ll have the chance to complain to some high-placed Japanese about this, since I am fully convinced that the country and the mentality of its people, and especially of its rulers, is the main reason that so few Japanese things are unknown outside Japan). Anyway, the Tanabata Matsuri, the July (or August, depending on where you are in the country) fair, is one of the most popular and loved summer events in Japan; it’s almost as popular and loved as the national high-school baseball tournament, but we’ll talk about that in a future post.

The story behind Tanabata is an old myth –old enough to have originated in China, like many other old Japanese things. It is about the stars Vega and Altair, which the Chinese (and the Japanese) have chosen to be represented by the princess-deity Orihime (織姫, lit. “princess who weaves”) and the cow-herder-deity Hikoboshi (彦星, lit. “star-boy”). Orihime and Hikoboshi are entangled in a love story that puts them in opposite shores of the Amanogawa (天の川, lit. “heavenly river”, more commonly known to us as “galaxy”) and lets them meet only once a year, according to the wishes of the princess’ father who is, of course, a king and, of course, very strict. This day, or to be more accurate, this night is the seventh night of the seventh month and this is exactly what the name of the celebration means: seventh night.

What you will see everywhere in Japan the days before and during Tanabata are bamboo branches on which people hang strips of paper with wishes (usually for better luck in studies and other academic pursuits) as well as various other decorations, usually made of paper. The “various other decorations” is the keyword here since, in the places where big Tanabata fairs are organized (such as Hiratsuka in Kanagawa or Sendai in Miyagi), the decorations are extremely elaborate and impressive; think of the most heavily decorated Christmas tree you’ve seen and multiply that by 10! Usually, the decorations are put up on the sides of one of the city’s main streets and for a few days this street becomes even busier with food and souvenir stalls lining its sides and with people strolling under the decorations, usually clad in yukata and clogs (the traditional Japanese summer attire which is almost always worn when going to summer fairs or festivals).

More Tanabata decorations

I won’t write more about Tanabata itself; maybe one day I’ll make a more eloquent post and also upload some of the pictures I took in the Hiratsuka Tanabata in the summer of 2010. This time, though, I would like to write something about a different Tanabata which happened in Ayase, the small city in Kanagawa where Atsuko’s mother's house is. Ayase has a unique characteristic: although the city doesn’t celebrate Tanabata in a big way, the street where the house is, does; in other words, Tanabata is celebrated by a single neighborhood in a city of about 80.000 people (Ayase is small by Japanese standards, not by normal standards). So, every year, some of the people living in this street (mostly men) go to a nearby bamboo grove, cut some trees (about 15-20 ft high), carry them back to the neighborhood, prop them up in various places (usually garage doors) and decorate them with things they make at home, usually made of paper. And in the night of Tanabata, they get together in someone’s backyard, put up tables and tarpaulins, bring various foods and drinks and sit and spent their evening eating, drinking and talking.

This year, I was fortunate enough to be a part of this celebration; obviously having spent quite a few days there, some people have started considering me an honorary Ayase-ian and asked me to go and help with the cutting and carrying of the bamboo and, after that, invited me to go and sit with them the night of the celebration. I accepted (of course) albeit surprised (of course; this is a place where a foreigner is still considered rare and intriguing), I went to the bamboo grove with them (that was an impressive sight by itself; at some point I’d like to go and take some pictures there, something I didn’t do that day because I had to deal with the cutting and the carrying), I carried a huge bamboo tree with Atsuko’s mother and on the night of the Tanabata, I went and sat with them. And, of course, I had a wonderful time.

The Tanabata of Ayase is something minimal compared to the Tanabata I saw last year in Hiratsuka (or this year in Tokyo’s Asagaya). But from one point of view, it’s much more beautiful since it is something not done for tourist reasons like the big Tanabata events but because the people of this neighborhood want to preserve a tradition. I don’t doubt that the same might be true to some extent for the big Tanabata as well, but there things become unavoidably more formal since municipal authorities and professional and trade associations get involved. In Ayase, you know that what you see is the sole result of the neighbors’ initiative and that for these people this celebration has a more personal meaning.

Like I said before, I didn’t take any pictures of the day in the bamboo grove –because I couldn’t. I also didn’t take any pictures of the celebration itself, but this was because I didn’t want to. The people from the neighborhood are exactly this: people of the neighborhood and this night is their personal and communal entertainment; in my mind, photographing them and publicizing these pictures would be an unwarranted invasion of their privacy and a betrayal of their trust. I did take some pictures of the decorated street though; two of them you can see in this post and more are in a photo album in Picasa which you can find here. Some might think of the decorations as kitsch. And of course they are –these decorations exist to be different from the ordinary and the mundane, so they need to be colorful and loud and festive. And remember: the things you see in these pictures are made by normal people, mothers and fathers, grandmothers and grandfathers, children and grandchildren to express the celebration the way they feel it. It’s their celebration which means it’s beyond good and bad taste.

(12) Ένα ιδιωτικό πανηγύρι

Ο δρόμος με τα στολίδια του Ταναμπάτα

Το Ταναμπάτα Ματσούρι (Tanabata Matsuri/七夕祭) είναι μια από τις πιο πολυδιαφημισμένες ιαπωνικές γιορτές· όταν λέω «πολυδιαφημισμένες», εννοώ βεβαίως εντός Ιαπωνίας καθώς όπως όλοι γνωρίζουμε, τα μόνα ιαπωνικά πράγματα που είναι πολυδιαφημισμένα εκτός Ιαπωνίας είναι οι γκέισα, το Φούτζι, τα αυτοκίνητα, οι μαθήτριες, τα μάνγκα και το σούσι (παρεμπιπτόντως, ελπίζω κάποτε να βρω την ευκαιρία να παραπονεθώ σε κάποιον υψηλά ιστάμενο Ιάπωνα για το συγκεκριμένο θέμα, καθώς είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι για αυτή την περιορισμένη έκθεση της χώρας στο εξωτερικό ευθύνεται κατά κύριο λόγο η ίδια η χώρα και η νοοτροπία των ανθρώπων της, ειδικά αυτών που τη διοικούν). Όπως και να ‘χει, το Ταναμπάτα Ματσούρι, το πανηγύρι του Ιουλίου (ή του Αυγούστου, αναλόγως της περιοχής) είναι ένα από τα πιο δημοφιλή και αγαπητά καλοκαιρινά γεγονότα για τους Ιάπωνες. Σχεδόν τόσο δημοφιλές και αγαπητό, όσο και το εθνικό γυμνασιακό πρωτάθλημα μπέιζμπολ –αλλά γι αυτό θα μιλήσουμε κάποια άλλη στιγμή.

Η ιστορία πίσω από το Ταναμπάτα είναι ένας παλιός μύθος –αρκετά παλιός ώστε να έχει κινέζικη καταγωγή, όπως άλλωστε και πολλά άλλα παλιά ιαπωνικά πράγματα. Αφορά τα αστέρια Βέγα και Αλτάιρ στα οποία οι Κινέζοι (και οι Ιάπωνες), έχουν αντιστοιχίσει μια πριγκίπισσα-θεότητα, την Οριχίμε (Orihime/織姫 –κυριολεκτικά, «πριγκίπισσα που υφαίνει») και έναν αγελαδάρη-θεό, τον Χικομπόσι (Hikoboshi/彦星 –κυριολεκτικά, «αγόρι-αστέρι»). Η Οριχίμε και ο Χικομπόσι είναι μπλεγμένοι σε μια ιστορία αγάπης που τους θέλει να βρίσκονται στις απέναντι πλευρές του Αμανογκάουα (Amanogawa/天の川–κυριολεκτικά, «ουράνιου ποταμού» γνωστότερου σ’ εμάς ως «γαλαξία») και να συναντιούνται μόνο μια φορά τον χρόνο σύμφωνα με τις επιταγές του πατέρα της πριγκίπισσας ο οποίος είναι, βεβαίως, βασιλιάς και, βεβαίως, αυστηρός. Η ημέρα ή για την ακρίβεια, η νύχτα αυτή είναι η έβδομη νύχτα του έβδομου μήνα και αυτό ακριβώς σημαίνει και η ονομασία της γιορτής: έβδομη νύχτα.

Αυτό που θα δει κανείς παντού στην Ιαπωνία τις ημέρες πριν και κατά τη διάρκεια του Ταναμπάτα, είναι κλαδιά από μπαμπού πάνω στα οποία οι άνθρωποι κρεμούν χαρτάκια στα οποία έχουν γράψει ευχές (συνήθως για καλή τύχη σε σπουδές, εξετάσεις κ.λπ.) και διάφορα άλλα διακοσμητικά, συνήθως χάρτινα. Το «διάφορα άλλα διακοσμητικά» είναι η λέξη-κλειδί εδώ, καθώς στα μέρη που γίνονται μεγάλα πανηγύρια για το Ταναμπάτα (όπως είναι η Χιρατσούκα στην Καναγκάουα ή το Σεντάι στο Μιγιάγκι), οι διακοσμήσεις είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακές και επιτηδευμένες –σκεφτείτε το πιο βαρυφορτωμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο που έχετε δει και πολλαπλασιάστε το τουλάχιστον επί 10! Συνήθως για την έκθεση των στολισμάτων αυτών επιλέγεται κάποιος κεντρικός δρόμος της πόλης και για μερικές μέρες, ο δρόμος αυτός γίνεται ακόμα πιο πολυσύχναστος καθώς γεμίζει από παράγκες που πουλάνε φαγητό και διάφορα άλλα αντικείμενα και από κόσμο που κάνει βόλτα, συχνά φορώντας γιουκάτα και τσόκαρα –την παραδοσιακή καλοκαιρινή ενδυμασία των Ιαπώνων που βλέπει κανείς σχεδόν πάντα στα καλοκαιρινά πανηγύρια.

Κάποια από τα στολίδια

Αυτά τα λίγα(;) περί Ταναμπάτα γενικότερα –κάποια στιγμή ίσως γράψω και περισσότερα και ανεβάσω κάποιες από τις φωτογραφίες που έχω από το Ταναμπάτα της Χιρατσούκα που είδα το καλοκαίρι του 2010. Αυτή τη φορά, ωστόσο, ήθελα να γράψω κάτι για ένα διαφορετικό Ταναμπάτα που έγινε στο Αγιάσε, στη μικρή πόλη της Καναγκάουα που βρίσκεται το σπίτι της μητέρας της Άτσουκο. Το Αγιάσε έχει μια ιδιομορφία: αν και η πόλη δε γιορτάζει το Ταναμπάτα, το γιορτάζει ο δρόμος στον οποίο βρίσκεται το σπίτι –μ’ άλλα λόγια, μια μοναδική γειτονιά σε μια πόλη περίπου 80.000 κατοίκων (η πόλη είναι μικρή για τα ιαπωνικά δεδομένα, όχι γενικά). Κάθε χρόνο λοιπόν, κάποιοι κάτοικοι (κυρίως άντρες) πηγαίνουν σε ένα κοντινό δασάκι από μπαμπού, κόβουν μερικά δέντρα ύψους περίπου 5-6 μέτρων, τα φέρνουν στη γειτονιά, τα στηρίζουν σε κάποια σημεία του δρόμου (συνήθως στις πόρτες των γκαράζ) και στη συνέχεια τα στολίζουν με στολίδια που φτιάχνουν στα σπίτια τους. Το δε βράδυ του Ταναμπάτα, μαζεύονται σε μια αυλή, στρώνουν τραπέζια και μουσαμάδες, φέρνουν καθένας κάποιο φαγητό και ποτό και περνούν το βράδυ τρώγοντας, πίνοντας και συζητώντας.

Φέτος είχα την τύχη να είμαι κι εγώ μέρος αυτής της γιορτής· προφανώς, έχοντας περάσει αρκετές μέρες εκεί, κάποιοι άνθρωποι με έχουν πολιτογραφήσει επίτιμο Αγιάσε-ίτη και μου ζήτησαν να πάω να βοηθήσω στο κόψιμο και στη μεταφορά των μπαμπού και, στη συνέχεια, με προσκάλεσαν να πάω και να καθίσω μαζί τους το βράδυ που θα γιόρταζαν. Βεβαίως δέχτηκα (βεβαίως, έκπληκτος καθώς μιλάμε για ένα μέρος στο οποίο ένας ξένος εξακολουθεί να θεωρείται αξιοπερίεργος), πήγα μαζί τους στο δάσος με τα μπαμπού (από μόνο του –κάποια στιγμή πρέπει να πάω και να τραβήξω μερικές φωτογραφίες εκεί, κάτι που δεν έκανα εκείνη την ημέρα καθώς είχα να ασχοληθώ με το κόψιμο και το κουβάλημα), κουβάλησα μαζί με τη μητέρα της Άτσουκο ένα τεράστιο μπαμπού και το βράδυ του Ταναμπάτα πήγα και κάθισα μαζί τους. Και βεβαίως, πέρασα μια χαρά.

Το Ταναμπάτα στο Αγιάσε είναι κάτι ελάχιστο σε σχέση με το Ταναμπάτα που είδα πέρσι στη Χιρατσούκα (ή φέτος στην Ασαγκάγια του Τόκιο). Όμως από μια άποψη είναι πολύ πιο όμορφο επειδή είναι κάτι που δε γίνεται για τουριστικούς λόγους όπως τα μεγάλα Ταναμπάτα αλλά επειδή οι άνθρωποι της γειτονιάς θέλουν να κρατήσουν μια παράδοση. Βεβαίως δεν αμφιβάλλω ότι το ίδιο μπορεί να ισχύει σε κάποιο βαθμό και στα μεγάλα Ταναμπάτα, όμως εκεί τα πράγματα παίρνουν αναπόφευκτα έναν χαρακτήρα πιο επίσημο καθώς εμπλέκονται οι δήμοι και οι επαγγελματικές και εμπορικές ενώσεις. Στο Αγιάσε, ξέρεις ότι αυτό που βλέπεις έχει γίνει μόνο και μόνο από την πρωτοβουλία των γειτόνων και ότι για τους ανθρώπους αυτούς, η γιορτή έχει μια πιο προσωπική σημασία.

Όπως είπα, δεν τράβηξα φωτογραφίες από το δάσος με τα μπαμπού –επειδή δεν μπορούσα. Όμως δεν τράβηξα φωτογραφίες και από την ημέρα της γιορτής και αυτό επειδή τότε δεν ήθελα. Οι άνθρωποι της γειτονιάς είναι αυτό ακριβώς: άνθρωποι της γειτονιάς, και το βράδυ αυτό είναι η προσωπική και κοινωνική τους διασκέδαση· συνεπώς θεώρησα ότι η φωτογράφιση και η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών θα ήταν άπρεπη παράβαση του ιδιωτικού τους απορρήτου και προδοσία της εμπιστοσύνης τους. Τράβηξα όμως φωτογραφίες από τον στολισμένο δρόμο· δύο από αυτές συνοδεύουν το κείμενο αυτό και περισσότερες  υπάρχουν στο σχετικό άλμπουμ που έχω ανοίξει στο Πίκασα, εδώ. Τα στολίδια ίσως φανούν σε κάποιους κιτς. Και, βεβαίως, είναι –αυτός είναι και ο σκοπός των στολιδιών αυτού του τύπου: να είναι κάτι πολύ διαφορετικό από το καθημερινό, κάτι χρωματιστό και φωνακλάδικο και γιορτινό. Και θυμηθείτε: όλα αυτά που βλέπετε στις φωτογραφίες φτιάχτηκαν από απλούς ανθρώπους, μανάδες και πατεράδες, παππούδες και γιαγιάδες, παιδιά και εγγόνια και εκφράζουν τη γιορτή όπως αυτοί την αντιλαμβάνονται. Είναι η γιορτή τους και, άρα, είναι πέρα από το καλόγουστο και το κακόγουστο.

Monday, June 27, 2011

(11) 職人魂

[あつこ] 日本では7月から全てのテレビ放送がデジタルになります。来年からデジタル放送を担うスカイツリーも634mに達し、東京の新しいランドマークとして注目を集めています。







(11) Hagoita –stealing a glimpse into the world of Kabuki

A typical hagoita

[Grigoris] I have written elsewhere (and in all probability, I will write again and again) that one of my favorite places in Tokyo are the areas that used to be the city’s old downtown district, the ones the Japanese call shitamachi (下町) and that the heart of these areas was, for a multitude of reasons, the Buddhist temple Sensoji (浅草寺). According to a long tradition, the grounds of Sensoji host many events every year; these are not religious events and the reason they are held here is because of the temple’s position as a center of the area’s activity and because the temple has enough space to accommodate the tens of stands/improvised stores that operate during the events. This would be the right place to mention that these events are more often than not, bazaars for specific items or plants.

One of the most famous of these bazaars (although, come to think of it, they are all famous!) is the hagoita fair that takes place once a year in mid-December (17-19). The hagoita (羽子板) is an object that once had a certain functionality as a racket for the traditional game of hanetsuki (羽根突き, a Japanese version of badminton) but which, for the last 150 years, is being used mostly as a decoration (and, like many traditional Japanese objects) as a good luck charm. Although one can use its surface to depict various things, the most common themes come from the world of Kabuki theater –in essence, the hagoita (like the actors’ portraits in Ukiyo-e woodblock prints) are the predecessors of today’s publicity stills, a very important weapon in the arsenal of every popular actor.

What is of particular interest is the way the image is created and presented on the wooden base/racket. The artist/craftsman uses all kinds of materials like cotton, fabrics, paper etc. to create a portrait (most frequently, a bust) in relief and there are times were the details are very impressive. Also, because the roles and the faces that are depicted on the hagoita are well-known to everybody, the creators of the hagoita always try to remain true to the elements that characterize each role, including the make-up, the shades of the colors in the dresses, the objects that the character carries etc.

I won’t go into further details on the hagoita; I just wanted to mention a few things so you could know what it is that I’m talking about. Personally, though, I’d suggest to anyone visiting Tokyo to locate a shop selling hagoita (there are a few in the area I mentioned above –Asakusa, Ueno and surrounds), to see them from up close and to pay attention to their fascinating details. In my opinion, they are among the most beautiful and original traditional decorations; if nothing else, the craftsmanship involved (they are handmade from start to finish) makes them an excellent conversation piece while at the same time, since their themes come almost exclusively from the Kabuki, most people will find them really “classic” (especially the people who still feel that Japan is, basically, kimono and samurai).

One of the stalls at the Hagoita Ichi in Asakusa

Acknowledging the futility of the venture, I can’t but mention a few words about the fair itself, the Hagoita Ichi (羽子板市). As is usually the case, the experience of actually being in that particular place on these particular days goes far beyond the appreciation of the craftsmanship of the hagoita creators or the intention to buy one for himself or as a gift. Don’t get me wrong: it’s a bazaar, a commercial event and that is obvious from every voice and gesture of the people in the 50 or so stands that crowd the grounds around Sensoji. But, like I wrote in a previous post (“Asakusa?”) during the fair, the place feels different and loses the sense of the popular tourist destination; I obviously don’t know how things were during the Edo days but what you see in the Hagoita Ichi isn’t exactly today’s Tokyo either.

What makes things less tourist-y (although, like I said, not any less commercial; it is a bazaar after all) is that the Hagoita Ichi is for the Japanese themselves. Of course, if some foreign tourist happens to be there, it’s almost certain that he will get swept by the crowds and will probably leave the area with a hagoita in his luggage, but in truth the bazaar is for the Japanese and everything happens with no particular interest for tourists. All the calls from the vendors are in Japanese, there bargaining going on all the time (it’s strange but true: during these fairs, the Japanese bypass their usual dignified and collected self and they bargain wildly while at the same time resorting to theatrics like “You’re killing me!” “I’m closing the shop down and going home” etc.), while in many stands, each buy is accompanied by a quite noisy ritual involving shouts and hand-clapping for the benefit of the new client.

Interspersed among the hagoita shops/stands one can also find the ubiquitous in all Japanese gatherings that involve more than five people and last for more than ten minutes, food stalls. Bear in mind though that when I say “food” here, I mean fair food which, for me, is the most tasty stuff one can find in Japan; my apologies to all the gourmets who keep insisting about the merits of kaiseki (懐石) with its tens of tiny plates and the extremely sophisticated presentation that echoes the Japanese sensitivity to the changing of season but the fair/festival food (the closest thing the Japanese have to what Americans call “soul food”) is much tastier, equally well prepared (in its own way) and all the same truly Japanese.

I left that day with a full stomach and a hagoita in my backpack; it’s the one I have used to accompany the text you are reading. The person depicted is the main character from one of Kabuki’s most classic plays, Kamakura Gongorou Kagemasa (鎌倉権五郎景政) and the title of the play is Shibaraku (); but let’s not get too much into Kabuki this time. What I didn’t know that day was that after a few months, Atsuko would be lucky enough to meet in person one of the most interesting characters I spotted that day in the Hagoita Ichi. Dear, would you care to carry on?

[Atsuko] From July onwards, the Japanese television broadcasting system will convert to digital. And from the next year, the new digital signal will be broadcasted by the Sky Tree, a 634m high tower being built in the eastern part of Tokyo; this construction is already on its way to becoming one of the city’s landmarks and has grabbed the attention of the area’s visitors.

Recently, I visited an area near the spot where the Sky Tree is; the area is called Kojima and it was one of the entertainment districts of old Tokyo, with plenty of geisha houses and tea-shops (i.e. houses of assignation). Even today, you can feel a distinct old downtown atmosphere in that area (what we call “shitamachi”) with lots of small houses and meandering alleyways.

Lost among these narrow streets and alleys, there is a small museum dedicated to the hagoita (羽子板) an object that started out as a racket for the traditional badminton-like game called hanetsuki (羽根突き) but which nowadays is used as a decoration depicting actors and roles from the Kabuki theater. The place hosting the museum was for many years the workshop and home of the craftsman Nishiyama Kogetsu (西山 鴻月), a true master of the art of making hagoita; visitors can see the Nishiyama family collection of various hagoita created from the end of the Edo era and the beginning of the Meiji era until today.

Nishiyama Kogetsu

Nishiyama Kogetsu, started learning the art/craft of the hagoita when he was 15 years old; now he is 90 but he is still active and working in his field. Here’s what he had to say about the charm the hagoita still holds on him: “Although you need a big stage to present the Kabuki or the traditional Japanese dance, the hagoita allows you to catch a glimpse of these worlds. And that is the reason you cannot make a hagoita if you’re not very familiar with these arts. Since I know the whole history of Kabuki, I can imagine a scene from a play exactly as it is and I can recreate it from the beginning till the end with my own two hands”.

The whole “production”, from the design of each hagoita until the painting of the faces and the creation of the clothes is been done by him. And although he does everything by himself and he could easily be considered an artist he remains (contrary to the artistic stereotypes) very well grounded in the real world.

Seeing some of the old hagoita presented in the museum (some of them are more than 150 years old), I was surprised from how vibrant the colors in the actors’ faces still are. When I mentioned that to Mr. Nishiyama, he told me “It has to do with the quality of the colors they used back then. But also, it’s about how the hagoita have been treated by their owners”. This idea, being interested in how the client will handle your product, wanting to please him but on the same time, remaining proud for what you create, is a basic characteristic of these craftsmen, the ones we call in Japanese “shokunin” (職人). Talking with Mr. Nishiyama, one can indeed feel the shokunin spirit.

I spent a whole afternoon in that tiny museum, surrounded by wonderful hagoita and talking to a talented man who has dedicated his whole life in them. And I really feel that the time I spent in there was truly worthwhile.

When I left the place, the clouds had almost covered the Sky Tree. Seeing it, I thought that although there are new things being born every day in Tokyo, there is also always a need for things that were born hundreds of years ago and for the craftsmen who make them; this is what keeps the old arts still living. And for a brief moment, I felt that I understood what was the “iki of Edo”, the characteristic style and the esthetic of another era.   

(11) Χαγκοΐτα –μια κλεφτή ματιά στον κόσμο του Καμπούκι

Μια αρκετά χαρακτηριστική χαγκοΐτα
[Γρηγόρης] Έχω γράψει κι αλλού (και, πιθανότατα, θα ξαναγράψω) ότι ένα από τα πιο αγαπημένα μου μέρη στο Τόκιο είναι οι περιοχές που αποτελούσαν το παλιό κέντρο της πόλης, αυτό που στα Ιαπωνικά λέγεται «σιταμάτσι» (shitamachi/下町) και ότι η καρδιά της περιοχής αυτής ήταν, για διάφορους λόγους, ο βουδιστικός ναός Σενσότζι (Sensoji/浅草寺). Κατά παράδοση, στους χώρους του Σενσότζι γίνονται κάθε χρόνο διάφορες εκδηλώσεις (του είδους που στην Ελλάδα θα αποκαλούσαμε «πανηγύρια») οι οποίες, ωστόσο, δε σχετίζονται άμεσα με κάποια γιορτή του ίδιου του ναού αλλά φιλοξενούνται εκεί πρώτον ακριβώς λόγω της θέσης του ναού ως κέντρου δραστηριότητας της περιοχής και δεύτερον επειδή ο ναός διαθέτει αρκετό χώρο για να φιλοξενήσει τα αυτοσχέδια μαγαζιά/παράγκες που στήνονται. Νομίζω ότι θα πρέπει εδώ να επισημάνω ότι τα πανηγύρια αυτά έχουν σχεδόν πάντοτε εμπορικό χαρακτήρα, δηλαδή είναι εξειδικευμένα παζάρια για συγκεκριμένα αντικείμενα ή φυτά.

Ένα από τα πιο διάσημα τέτοια παζάρια (αν και εδώ που τα λέμε, όλα είναι διάσημα!) είναι αυτό των χαγκοΐτα που γίνεται κάθε χρόνο στα μέσα Δεκεμβρίου (17-19). Η χαγκοΐτα (hagoita/羽子板) είναι ένα αντικείμενο που κάποτε είχε πρακτική χρησιμότητα (ήταν ρακέτα για το παραδοσιακό παιχνίδι χανετσούκι (hanetsuki/羽根突き), μια ιαπωνική παραλλαγή του μπάντμιντον και που τα τελευταία 150 χρόνια χρησιμοποιείται κυρίως ως διακοσμητικό (και/ή γούρι, όπως πολλά ιαπωνικά παραδοσιακά αντικείμενα). Αν και στην επιφάνειά της μπορεί κανείς να απεικονίσει διάφορα πράγματα, τα συνηθέστερα θέματα προέρχονται από τον κόσμο του θεάτρου Καμπούκι –στην ουσία, όπως και τα αντίστοιχα πορτρέτα ηθοποιών στις ξυλοτυπίες Ουκίγιο-ε, πρόκειται για προγόνους των σημερινών publicity stills που αποτελούν σημαντικό κομμάτι του οπλοστασίου κάθε ηθοποιού.

Αυτό που είναι πολύ ενδιαφέρον, είναι ο τρόπος που παρουσιάζεται η εικόνα επάνω στην ξύλινη βάση-ρακέτα. Ο καλλιτέχνης/τεχνίτης, χρησιμοποιεί βαμβάκι, ύφασμα και χοντρό χαρτί ώστε να φτιάξει ένα ανάγλυφο πορτρέτο (συνήθως μπούστο) του ηθοποιού-χαρακτήρα και ορισμένες φορές οι λεπτομέρειες είναι πραγματικά εντυπωσιακές. Επειδή, δε, οι ρόλοι και τα πρόσωπα που απεικονίζονται είναι πολύ γνωστά σε όλους, οι δημιουργοί των χαγκοΐτα προσπαθούν πάντα να παραμείνουν όσο πιο πιστοί γίνεται στα στοιχεία που χαρακτηρίζουν καθέναν, στοιχεία όπως το μακιγιάζ, οι αποχρώσεις των κοστουμιών, τα αντικείμενα που κρατάει ο χαρακτήρας κ.λπ.

Αυτά τα ολίγα εγκυκλοπαιδικά περί χαγκοΐτα, ώστε να ξέρουμε για τι μιλάμε. Προσωπικά θα πρότεινα σε όποιον έρθει στο Τόκιο να ψάξει να βρει κάποιο κατάστημα που πουλάει χαγκοΐτα (υπάρχουν αρκετά στην περιοχή που ανέφερα πιο πάνω –Ασακούσα, Ουένο κ.λπ.) να τις δει από κοντά και να περιεργαστεί τις λεπτομέρειές τους. Πρόκειται για ένα από τα πιο ωραία και πρωτότυπα παραδοσιακά διακοσμητικά αντικείμενα –και μόνο η δουλειά που έχουν επάνω τους (φτιάχνονται εξ ολοκλήρου στο χέρι) τις κάνει, αν μη τι άλλο, πολύ καλό conversation piece, ενώ επειδή η θεματολογία τους είναι, όπως είπα παραπάνω, βασικά από το Καμπούκι, τους δίνει και μια πολύ «κλασσική» χροιά (για όσους αισθάνονται ότι η Ιαπωνία είναι βασικά κιμονό και σαμουράι).

Ένα από τα αυτοσχέδια μαγαζιά στο Χαγκοΐτα Ίτσι της Ασακούσα

Αναγνωρίζοντας τη ματαιότητα του εγχειρήματος, δεν μπορώ παρά να αναφερθώ λίγο και στο ίδιο το πανηγύρι, το Χαγκοΐτα Ίτσι (Hagoita Ichi/羽子板市). Όπως συνήθως συμβαίνει, η εμπειρία να βρεθεί κανείς στο συγκεκριμένο μέρος τις συγκεκριμένες μέρες, πάει πέρα από το να εκτιμήσει απλώς την τέχνη της δημιουργίας μιας χαγκοΐτα και να αγοράσει μια για τον εαυτό του ή για δώρο. Μην παρεξηγηθώ, πρόκειται σαφώς για ένα παζάρι και αυτό είναι σαφές από κάθε φωνή ή χειρονομία των ανθρώπων στα περίπου 50 αυτοσχέδια μαγαζιά που κατακλύζουν τους χώρους γύρω από το Σενσότζι. ‘Όμως, όπως έγραφα και στο κείμενο περί πυροτεχνημάτων («Ασακούσα;») τις ημέρες του παζαριού, ο χώρος αποκτάει έναν άλλο αέρα και χάνει την αίσθηση του δημοφιλούς τουριστικού προορισμού· προφανώς δεν ξέρω πώς ήταν τα πράγματα την περίοδο του Έντο, όμως αυτό που βλέπει κανείς στο Χαγκοΐτα Ίτσι δεν είναι ούτε ακριβώς σημερινό Τόκιο.

Αυτό που κάνει τα πράγματα λιγότερο τουριστικά (αν και όπως είπα, σε καμία περίπτωση λιγότερο εμπορικά –σε τελική ανάλυση, πρόκειται για παζάρι) είναι ότι το Χαγκοΐτα Ίτσι αφορά βασικά τους ίδιους τους Ιάπωνες. Βεβαίως αν κάποιος ξένος τουρίστας βρεθεί εκεί τις συγκεκριμένες μέρες, είναι βέβαιο ότι θα συμπαρασυρθεί στο παιχνίδι και μάλλον θα φύγει με μια χαγκοΐτα στις αποσκευές του, όμως το παζάρι φτιάχνεται για τους ίδιους τους Ιάπωνες και άρα τα πάντα γίνονται χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους τουρίστες. Όλες οι προσκλήσεις από τους κράχτες είναι στα Ιαπωνικά, το παζάρεμα πάει κι έρχεται (ναι, παραδόξως σ’ αυτά τα πανηγύρια, οι Ιάπωνες παρακάμπτουν τον κλασσικό αξιοπρεπή και συγκροτημένο εαυτό τους και επιδίδονται σε άγριες διαπραγματεύσεις οι οποίες συνοδεύονται από τους γνωστούς στη Μέση Ανατολή θεατρινισμούς του τύπου «Με σκοτώνεις!», «Θα το κλείσω και θα πάω σπίτι μου» κ.λπ.) ενώ σε πολλά από τα μαγαζιά, κάθε αγορά συνοδεύεται και από ένα λίαν φωνακλάδικο τελετουργικό ευχαριστίας του πελάτη με φωνές και παλαμάκια.

Διάσπαρτες ανάμεσα στα μαγαζιά που πουλάνε τις χαγκοΐτα, βρίσκει κανείς τις πανταχού παρούσες σε κάθε ιαπωνική συνάθροιση μεγαλύτερη των δέκα λεπτών και των πέντε ανθρώπων, παράγκες με φαγητό. Αλλά όταν λέμε «φαγητό» εννοούμε πανηγυρτζίδικο φαγητό το οποίο, κατά την γνώμη μου είναι ό,τι πιο νόστιμο μπορεί να φάει κανείς στην Ιαπωνία –με το συμπάθιο προς τους διάφορους γκουρμέ που κόπτονται για την εκλέπτυνση του καϊσέκι (kaiseki/懐石) με τα δεκάδες μικροσκοπικά πιατάκια και την υψηλή αισθητική παρουσίαση, που αντικατοπτρίζει την ευαισθησία των Ιαπώνων στις αλλαγές των εποχών, το φαγητό των παζαριών και των πανηγυριών (ό,τι κοντινότερο έχει η Ιαπωνία σ’ αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούν «soul food») είναι πολύ πιο εύγευστο, εξίσου προσεγμένο (με τον δικό του τρόπο) και εξίσου αυθεντικά ιαπωνικό.

Έφυγα εκείνη την ημέρα με το στομάχι γεμάτο και με μια χαγκοΐτα στον σάκο μου –είναι αυτή που συνοδεύει φωτογραφικά το κείμενο που διαβάζετε. Απεικονίζει τον ήρωα ενός από τα πιο κλασσικά έργα του Καμπούκι, τον Καμακούρα Γονγκορό Καγκεμάσα (Kamakura Gongorou Kagemasa/鎌倉権五郎景政). Το έργο είναι το «Σιμπαράκου» (Shibaraku/暫) –όμως για το Καμπούκι θα μιλήσουμε κάποια άλλη φορά (φορές, μάλλον). Εκείνο που δεν ήξερα, ήταν ότι μερικούς μήνες μετά, η Άτσουκο θα είχε την τύχη να γνωρίσει από κοντά μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φυσιογνωμίες που είδα εκείνη την ημέρα στο Χαγκοΐτα Ίτσι. Θέλεις να συνεχίσεις, αγαπητή μου;

[Άτσουκο] Από τον Ιούλιο, όλο το σύστημα μετάδοσης της ιαπωνικής τηλεόρασης μετατρέπεται σε ψηφιακό. Και από τον επόμενο χρόνο, η ψηφιακή αυτή μετάδοση θα γίνεται από τον καινούριο πύργο, ύψους 634 μέτρων, που χτίζεται στο Τόκιο, το Sky Tree –μια κατασκευή που σίγουρα θα εξελιχθεί στο πιο καινούριο σήμα κατατεθέν της πόλης και που ήδη έχει γίνει πόλος ενδιαφέροντος για τους επισκέπτες της περιοχής.

Πρόσφατα, πήγα μια βόλτα στην περιοχή Κοτζίμα, μια περιοχή κοντά στο Sky Tree και κάποτε διάσημη για τις γκέισα που ζούσαν και δούλευαν εκεί, μια ακόμα γειτονιά με «κόκκινα φανάρια» από τις πολλές που υπήρχαν στο Τόκιο. Ακόμα και σήμερα, είναι μια περιοχή που αποπνέει τον αέρα του παλιού κέντρου (αυτού που λέγεται «σιταμάτσι») με πολλά μικρά σοκάκια γεμάτα σπίτια και μαγαζιά.

Κάπου μέσα στα σοκάκια αυτά, μπορεί κανείς να βρει ένα μικρό μουσείο αφιερωμένο στις χαγκοΐτα (hagoita/羽子板), ένα αντικείμενο που ξεκίνησε σαν ρακέτα για το παιχνίδι χανετσούκι (hanetsuki/羽根突き), μια ιαπωνική παραλλαγή του μπάντμιντον αλλά που πλέον χρησιμοποιείται σαν διακοσμητικό και συνήθως απεικονίζει πρόσωπα ή ρόλους από το θέατρο Καμπούκι. Ο χώρος που σήμερα είναι το μουσείο, υπήρξε για πολλά χρόνια το εργαστήριο και το σπίτι του τεχνίτη-καλλιτέχνη Νισιγιάμα Κογκέτσου (西山 鴻月), ενός πραγματικού μετρ της χαγκοΐτα· σήμερα, φιλοξενεί (και παρουσιάζει) τη συλλογή της οικογένειας από διάφορες χαγκοΐτα φτιαγμένες από τα τέλη της περιόδου Έντο και τις αρχές της περιόδου Μέιτζι μέχρι τις μέρες μας.

Ο Νισιγιάμα Κογκέτσου

Ο Νισιγιάμα Κογκέτσου ξεκίνησε να μαθαίνει την τέχνη της κατασκευής χαγκοΐτα όταν ήταν 15 ετών –τώρα πια είναι 90, όμως εξακολουθεί να είναι δραστήριος και να εργάζεται. Να τι λέει ο ίδιος για τη γοητεία που ακόμα ασκούν επάνω του οι χαγκοΐτα: «Παρόλο που το Καμπούκι και ο παραδοσιακός ιαπωνικός χορός απαιτούν μια μεγάλη σκηνή για να παρουσιαστούν, η χαγκοΐτα επιτρέπει σ’ αυτόν που τη βλέπει να ρίξει μια ματιά στον κόσμο τους. Γι αυτό το λόγο, δεν μπορεί κανείς να φτιάξει μια χαγκοΐτα αν δεν γνωρίζει καλά τον κόσμο αυτόν. Ξέροντας όλη την ιστορία του Καμπούκι, μπορώ να φανταστώ μια σκηνή από ένα έργο όπως ακριβώς είναι και να τη φτιάξω από την αρχή μέχρι το τέλος με τα χέρια μου».

Όλη η δουλειά που χρειάζεται για να φτιαχτεί μια χαγκοΐτα, από τον σχεδιασμό μέχρι το ζωγράφισμα των προσώπων και μέχρι την κατασκευή των ρούχων γίνεται από τον ίδιο. Και παρόλο που κάνει όλα αυτά τα πράγματα και δίκαια θα μπορούσε να τον θεωρήσει κανείς καλλιτέχνη, παραμένει (αντίθετα με το στερεότυπο των καλλιτεχνών) γειωμένος στον πραγματικό κόσμο.

Βλέποντας κάποιες από τις παλιές χαγκοΐτα που υπάρχουν στο μουσείο (μερικές έχουν ηλικία 150 χρόνων και παραπάνω), εντυπωσιάστηκα από το πόσο ζωντανά ήταν τα πρόσωπα των ηθοποιών που απεικόνιζαν. Όταν το είπα στον κ. Νισιγιάμα, εκείνος μου απάντησε: «Έχει να κάνει με την ποιότητα των χρωμάτων. Όμως, ακόμα περισσότερο, αυτό που έχει σημασία για να διατηρηθούν είναι το πώς τις μεταχειρίζεται κανείς». Αυτή η ιδέα, το να σε ενδιαφέρει πώς θα συμπεριφερθεί ο πελάτης στο έργο σου, το να θέλεις να τον ευχαριστήσεις αλλά παράλληλα να διατηρείς μια περηφάνια γι αυτό που φτιάχνεις, είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτών των τεχνιτών, αυτών που στα Ιαπωνικά λέμε «σόκουνιν» (shokunin/職人). Και ο κ. Νισιγιάμα σίγουρα έχει το πνεύμα των σόκουνιν.

Στο μικροσκοπικό αυτό μουσείο, περιτριγυρισμένη από υπέροχες χαγκοΐτα και συζητώντας με έναν ταλαντούχο άνθρωπο που έχει αφιερώσει όλη του τη ζωή σ’ αυτές, πέρασα ένα ολόκληρο απόγευμα. Και αισθάνομαι ότι ο χρόνος που πέρασα άξιζε πραγματικά τον κόπο.

Όταν βγήκα έξω, τα σύννεφα είχαν καλύψει το Sky Tree ως τη μέση του. Βλέποντάς το, σκέφτηκα ότι στο Τόκιο γεννιούνται καθημερινά καινούρια πράγματα, όμως πάντα υπάρχει η ανάγκη και για πράγματα που γεννήθηκαν πριν από εκατοντάδες χρόνια και για τους τεχνίτες που θα τα φτιάχνουν, κρατώντας έτσι ζωντανές τις παλιές τέχνες. Και για μια στιγμή, αισθάνθηκα ότι κατάλαβα τι ήταν το «ίκι του Έντο», το χαρακτηριστικό στιλ και η αισθητική μιας άλλης εποχής.

Wednesday, May 18, 2011

(10) 頑張ってます、日本








(10) Japan: We’re still trying

To all of you who were worried about Japan and who were kind enough to send me your wishes: thank you from the bottom of my heart.

To all of you who are worried about the situation in the nuclear power plant: I apologize profoundly.

Japan is getting better day by day, and my everyday life has more or less gone back to where it was before the earthquake. My relatives have also returned to their homes and are doing the best they can to recover and resume their everyday lives.

There is a saying in Japanese that goes something like “when you fell on the ground, you use that same ground to stand up again”. During the 20th century, the Japanese people fell on this ground quite a few times but every time we managed to stand back on our feet again.

It is said that in the collective subconscious of the Japanese people there is always the memory of the atomic bombing. Now, the new generation has another collective memory, this of the disastrous earthquake of March 11. I truly hope that the memory of the destruction will guide Japan's rebuilding and restructuring.

If you really want to help boost Japan’s morale, it’s of utmost importance to come and visit our country. And, together with the stricken areas and the people living in them and facing the huge problems they do, keep also in your mind the rest of the Japanese people who are trying to return to their normal lives and who are helping the country recover.

Once again, I truly thank you from the bottom of my heart; please continue keeping us in your thoughts.

Toyama Atsuko

(10) Ιαπωνία: προσπαθούμε ακόμα

Σε όλους εσάς που ανησυχήσατε για την Ιαπωνία και που είχατε την καλοσύνη να μου στείλετε τις ευχές σας: σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου.

Σε όλους εσάς που ανησυχήσατε για την κατάσταση στο πυρηνικό εργοστάσιο: σας ζητώ ταπεινά συγνώμη.

Η Ιαπωνία επανέρχεται μέρα με την ημέρα και η καθημερινή μου ζωή έχει επιστρέψει (λίγο πολύ) εκεί που ήταν πριν τον σεισμό. Οι συγγενείς μου, έχουν κι αυτοί γυρίσει στα σπίτια τους και κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για να συνέλθουν και να συνεχίσουν τη δική τους καθημερινή ζωή.

Υπάρχει ένα γνωμικό στα Ιαπωνικά που λέει, περίπου «Αν πέσεις στο έδαφος, αυτό το ίδιο έδαφος είναι που θα χρησιμοποιήσεις για να σηκωθείς ξανά». Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, ο ιαπωνικός λαός έπεσε σ’ αυτό το έδαφος αρκετές φορές, όμως πάντοτε κατάφερνε να σταθεί ξανά στα πόδια του.

Λέγεται ότι στο συλλογικό υποσυνείδητο του λαού μας υπάρχει πάντα η ανάμνηση των ατομικών βομβαρδισμών. Τώρα, η νέα γενιά έχει μια νέα συλλογική ανάμνηση, αυτή του καταστροφικού σεισμού της 11ης Μαρτίου. Ελπίζω στ’ αλήθεια η ανάμνηση αυτή να οδηγήσει στην ανασυγκρότηση της χώρας μας.

Αν θέλετε πραγματικά να τονώσετε το ηθικό της Ιαπωνίας, αυτό που έχει πρωταρχική σημασία είναι να έρθετε και να επισκεφθείτε τη χώρα. Και επίσης, μαζί με τις πληγείσες περιοχές και τους ανθρώπους που ζουν εκεί και τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζουν, ας κρατάτε στον νου σας και τους υπόλοιπους Ιάπωνες που προσπαθούν να επιστρέψουν στην καθημερινή τους ζωή και που βοηθούν τη χώρα να συνέλθει.

Για μια ακόμα φορά, σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Συνεχίστε να μας σκέφτεστε.

Τογιάμα Άτσουκο

Thursday, May 12, 2011

(9) 4月10日 再び、世界中のみなさんへ

[ 地震から今日で2か月経ちました。




















(9) April 10: Once again, to everybody around the world

[Two months have passed since the day of the Great Earthquake. Thank you all for your interest and your encouragement; the following was written one month ago, one month after the earthquake]

One month has passed. Today I read again the newspaper from March 12th, the day after the earthquake and my heart was filled with that day’s sentiments. Once again I realized the extent of the disaster that hit our country and the impact it had
on our hearts and minds.

Japan is an earthquake-prone country. From the time our children are old enough to go to kindergarten and elementary school they participate in drills for the day an earthquake will hit. But an earthquake of a magnitude like this last one’s is rare and, even though we live with the earthquakes, we aren’t used to such big ones.

When it hit I was at the fourth floor of the school where I work, together with some of our students. It was the first time in my life that I felt something like this. Although the school was built only nine months ago and its capacity to withstand earthquakes is guaranteed, there were many times that I had to run around and gather the students who were frantically trying to find the emergency exits.

When we do earthquake drills, the first thing we are told is to remain calm and not let the tremors confuse us. That day, I was the only adult in the fourth floor so it was my duty to get all the frightened students together in one spot. According to our training, the right thing to do would have been to stay in that spot until the tremors subside and then move to an open space in an orderly fashion. My action to open the emergency exit and keep it open (since it didn’t have a door-stop) was dictated by my fear; the students took my action as a sign that they had to leave and they got out running. Although we all got out unscathed, what we did was very dangerous and truth being told, even though at the time I managed to appear calm for my students’ sake, I was worried that my training didn’t kick in; it was only the next day, when I returned home that I felt some true relief.

After hearing that my relatives were all alive and well and after receiving support and encouragement from friends abroad, I thought that Japan will be alright. I told myself that the disorder in the train system and the rolling blackouts weren’t such a serious thing. I still had my home, I had food and a futon to sleep on, I could wash my hair and take a bath so I couldn’t really complain, I thought, because up in Tohoku there were thousands of people with real problems. Without understanding it (is this what they call Post-Traumatic Stress Disorder, I wonder?) my senses started becoming numb and although I heard the news about the accident in the nuclear power plant, I didn’t really pay much attention; actually I didn’t want to hear. And when I saw the situation in the refuge shelters I just started crying, seemingly with no feeling.

I was puzzled with what was happening to me. I was beginning to worry that I had become so numb –callous even- that I couldn’t truly realize that there were thousands of people who had lost their homes, their families –even the ground they tread upon. Why didn’t I want to do something to help? When the Kobe area was hit by the big earthquake, back in 1995, my impulse was to get there as soon as I could and do something. Why didn’t I feel the same now?

It was at that time that a friend of my friend sent me a message; actually he sent it to my friend and told him “I want to tell Atsuko to hang in there and that I’m thinking of her and her family and Japan and wishing the best but I’m not sure words will mean anything to her at this time”. My friend relayed the message to me and it got me thinking: Can it be true that the wishes and the prayers of others don’t mean anything at these times? Can it be true that words don’t have any power at all? This message was the reason I decided to try and write down my thoughts and my experiences from those days; I know I’m not very good at it and I know I can’t give you an eyewitness view of what is happening up north, where the disaster hit worse but I can tell you about my life here and now. I can tell you something about Japan as I’m living it every day.

Now, while writing these words, I have come to realize that that day I was really frightened. I have come to realize that if I made it through that day, it was because the responsibility to take care of those kids (our students) was pressing; that same responsibility was the reason I had, much to my dismay, to return to my everyday schedule as soon as possible. I have come to realize that with every aftershock, I had the feeling that Japan was crumbling: I was afraid that from that day on, I’d always have to wake up one hour earlier, at 5:00, so I can catch my morning train (because of the messed-up schedules) and that every time I’d go to the super-market to shop for the things we need for our everyday life there would be shortages. Now I know, that the reason I managed to control my feelings of fear and anxiety back then, was the thought of those people in the areas where the disaster hit the hardest.

Today, I saw a TV news program where they had messages from the people up in Tohoku: “We are sorry to annoy you; please tell everybody that we are OK”. “It is hard to hang in there but we will”, “Please don’t forget all of us living here” were among the things those people said. This thing, to having been through such a huge disaster and still say “I am sorry to annoy you” is one of the characteristics of the Tohoku people; even more so, it’s one of the characteristics of the Japanese people. Please, don’t apologize. Everybody, I do believe that you still try, that you are hanging in there. And I will remember you. This reality you are going through, and every one of you, I will never forget.

Toyama Atsuko

(9) 10 Απριλίου: Για άλλη μια φορά, προς όλους τους ανθρώπους του κόσμου

[Δύο μήνες έχουν περάσει από την ημέρα του Μεγάλου Σεισμού. Σας ευχαριστώ όλους για το ενδιαφέρον και για την ενθάρρυνση. Το κείμενο που ακολουθεί, γράφτηκε πριν από ένα μήνα, ακριβώς ένα μήνα μετά από τον σεισμό]

Έχει περάσει ένας μήνας. Σήμερα, διάβασα ξανά την εφημερίδα της 12ης Μαρτίου, της ημέρας μετά τον σεισμό και αισθάνθηκα να με πλημμυρίζουν ξανά τα συναισθήματα που είχα εκείνη την ημέρα. Για μια ακόμα φορά, συνειδητοποίησα την έκταση της καταστροφής που έπληξε τη χώρα μας και τον αντίκτυπο που είχε στην καρδιά και στον νου μας.

Η Ιαπωνία είναι μια σεισμογενής χώρα. Από τη στιγμή που τα παιδιά μας πάνε στο νηπιαγωγείο και στο δημοτικό, αρχίζουν να συμμετέχουν σε ασκήσεις προετοιμασίας για την ημέρα που θα χτυπήσει ένας σεισμός. Όμως οι σεισμοί τέτοιου μεγέθους είναι σπάνιοι και παρότι ζούμε με τους σεισμούς κανείς μας δεν είναι συνηθισμένος σε τόσο μεγάλους.

Όταν έγινε ο σεισμός βρισκόμουν στον τέταρτο όροφο του σχολείου που δουλεύω, μαζί με μερικούς μαθητές μας. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που αισθάνθηκα κάτι τέτοιο. Παρότι το σχολείο μας χτίστηκε μόλις πριν από εννιά μήνες και άρα η αντισεισμικότητά του είναι εγγυημένη, δεν ήταν λίγες οι φορές που χρειάστηκε να τρέξω δεξιά κι αριστερά για να μαζέψω τους μαθητές που είχαν πανικοβληθεί και προσπαθούσαν να βρουν τις εξόδους κινδύνου.

Όταν κάνουμε ασκήσεις ετοιμότητας για τους σεισμούς, το πρώτο πράγμα που μαθαίνουμε είναι να παραμείνουμε ήρεμοι και να μην πάθουμε σύγχυση από τις δονήσεις. Εκείνη την ημέρα, ήμουν ο μόνος ενήλικος στον τέταρτο όροφο οπότε ήταν δική μου ευθύνη να μαζέψω όλους τους φοβισμένους μαθητές σε ένα σημείο. Το σωστό (πάντα σύμφωνα με την εκπαίδευσή μας) είναι να παραμείνουμε στο σημείο αυτό μέχρι να υποχωρήσουν οι δονήσεις και στη συνέχεια να κινηθούμε ήρεμα προς κάποιον ανοιχτό χώρο. Αυτό που έκανα, δηλαδή να ανοίξω την έξοδο κινδύνου και να την κρατήσω ανοιχτή (επειδή δεν είχε φρένο), υπαγορεύτηκε από τον φόβο μου· οι μαθητές το εξέλαβαν ως σημάδι ότι έπρεπε να φύγουν και βγήκαν από το κτήριο τρέχοντας. Αν και όλοι μας καταφέραμε να βγούμε έξω σώοι και ασφαλείς, αυτό που κάναμε ήταν πολύ επικίνδυνο και για να είμαι ειλικρινής, παρότι τότε κατάφερα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου για χάρη των μαθητών μου, με είχε ανησυχήσει πολύ το ότι η εκπαίδευσή μου δε λειτούργησε. Μόνο την επόμενη μέρα, όταν επέστρεψα στο σπίτι μου αισθάνθηκα πραγματική ανακούφιση.

Όταν έμαθα ότι οι συγγενείς μου είναι όλοι ζωντανοί και καλά και μετά από πολλά μηνύματα υποστήριξης και ενθάρρυνσης από φίλους στο εξωτερικό, σκέφτηκα ότι η Ιαπωνία θα τα καταφέρει. Είπα στον εαυτό μου ότι η ανακατωσούρα στα τρένα και οι διακοπές ρεύματος δεν ήταν κάτι τόσο τρομερό –είχα ακόμα το σπίτι μου, είχα φαγητό και ένα κρεβάτι για να κοιμηθώ, μπορούσα να κάνω μπάνιο και να λουστώ, οπότε δεν μπορούσα να παραπονιέμαι, σκεφτόμουν, επειδή επάνω στο Τοχόκου υπήρχαν χιλιάδες άνθρωποι με πραγματικά προβλήματα. Χωρίς να το καταλάβω (αυτό είναι που λένε μετατραυματικό στρες, άραγε;) οι αισθήσεις μου άρχισαν να μουδιάζουν και παρότι άκουσα τις ειδήσεις για το ατύχημα στο πυρηνικό εργοστάσιο, δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία· για την ακρίβεια δεν ήθελα να τις ακούσω. Και όταν είδα την κατάσταση στα καταφύγια των σεισμοπαθών/πλημμυροπαθών, άρχισα να κλαίω και πάλι χωρίς να αισθάνομαι τίποτα.

Είχα μπερδευτεί μ’ αυτό που μου συνέβαινε. Είχα αρχίσει να ανησυχώ ότι είχα γίνει τόσο απαθής, σχεδόν αδιάφορη, που δεν μπορούσα πραγματικά να αντιληφθώ ότι υπήρχαν χιλιάδες άνθρωποι που είχαν χάσει τα σπίτια τους, τις οικογένειές τους και ακόμα και το ίδιο το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια τους. Γιατί δεν ήθελα να κάνω κάτι για να βοηθήσω; Όταν έγινε ο μεγάλος σεισμός του Κόμπε το 1995, η πρώτη μου παρόρμηση ήταν να πάω εκεί όσο πιο γρήγορα μπορώ και να κάνω κάτι. Γιατί τώρα δεν αισθανόμουν το ίδιο;

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, έλαβα ένα μήνυμα από έναν φίλο φίλου –στην πραγματικότητα αυτός το έστειλε στον φίλο μου λέγοντας «Θέλω να πω στην Άτσουκο ‘κουράγιο’ και ότι τη σκέφτομαι κι εκείνη και την οικογένειά της και όλη την Ιαπωνία και ότι της εύχομαι ό,τι καλύτερο, όμως δεν είμαι σίγουρος ότι τα λόγια έχουν καμιά αξία τέτοιες στιγμές». Ο φίλος μου, μου μετέφερε το μήνυμα και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν: Πράγματι, οι ευχές και οι προσευχές των άλλων δεν έχουν καμιά αξία; Δηλαδή τα λόγια δεν έχουν καμιά δύναμη;

Το μήνυμα αυτό, ήταν ο λόγος που αποφάσισα να καθίσω και να γράψω τις σκέψεις μου και τις εμπειρίες μου από εκείνες τις ημέρες. Το ξέρω ότι δεν είμαι πολύ καλή στο γράψιμο και το ξέρω ότι δεν μπορώ να σας πω από πρώτο χέρι τι γίνεται επάνω, στα βόρεια, εκεί που έγιναν οι μεγάλες καταστροφές, όμως μπορώ να σας πω κάτι για τη ζωή μου εδώ και τώρα. Μπορώ να σας πω κάτι για την Ιαπωνία όπως τη ζω κάθε μέρα.

Τώρα, καθώς γράφω τα λόγια αυτά, συνειδητοποιώ ότι εκείνη την ημέρα είχα τρομάξει πραγματικά. Συνειδητοποιώ ότι αν τα κατάφερα να βγάλω την ημέρα, ήταν λόγω της πιεστικής ευθύνης που είχα απέναντι στα παιδιά, τους μαθητές μας· η ίδια ευθύνη όταν που αναγκάστηκα, με πολλή δυσκολία, να επιστρέψω στο καθημερινό μου πρόγραμμα όσο πιο σύντομα γινόταν. Συνειδητοποιώ, ότι με κάθε μετασεισμό αισθανόμουν ότι η Ιαπωνία καταρρέει: φοβόμουν ότι στο εξής θα έπρεπε πάντα να ξυπνάω μια ώρα νωρίτερα, από τις 5:00 για να προλάβω το πρωινό μου τρένο (λόγω των προβλημάτων με τα δρομολόγια) και ότι κάθε φορά που θα πήγαινα στο σούπερ-μάρκετ για να αγοράσω τα αναγκαία για την καθημερινή μας ζωή θα έβλεπα ελλείψεις. Τώρα πια ξέρω ότι αυτό που με έκανε να αντέξω και να ελέγξω τα συναισθήματα του φόβου και του άγχους εκείνων των ημερών ήταν η σκέψη των ανθρώπων που ζούσαν στις περιοχές που έπληξε χειρότερα η καταστροφή.

Σήμερα, είδα στην τηλεόραση ένα πρόγραμμα το οποίο έδειχνε μηνύματα από τους ανθρώπους στο Τοχόκου: «Συγνώμη που σας ενοχλούμε –πείτε σε όλους ότι είμαστε καλά», «Είναι δύσκολο να αντέξουμε αλλά θα τα καταφέρουμε», «Σας παρακαλούμε, μη μας ξεχάσετε όλους εμάς που ζούμε εδώ» –κάπως έτσι ήταν τα μηνύματά τους. Αυτό το πράγμα, το να έχεις περάσει μια τέτοια συμφορά και παρόλα αυτά να λες «Συγνώμη που σε ενοχλώ» είναι χαρακτηριστικό των ανθρώπων του Τοχόκου· θα ‘λεγα ότι είναι χαρακτηριστικό του ιαπωνικού λαού. Σας παρακαλώ, μη ζητάτε συγνώμη. Το πιστεύω ότι προσπαθείτε ακόμα. Το πιστεύω ότι θα τα καταφέρετε. Και θα σας θυμάμαι. Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ ούτε την πραγματικότητα που ζείτε, ούτε κανέναν από εσάς.

Τογιάμα Άτσουκο

Friday, April 22, 2011

(8) Asakusa?

I had only been in Tokyo for three days and I had spent the best part of all three of them in the Kodokan, offering moral support to my friend Yannis who was attending a judo kata seminar. Not that I could do much else; seasoned flier I was not (actually, flying still scares me speechless) and the twelve hours over Asia had taken quite a toll on my inner (and outer) balance. The weather didn’t help either: this was late July and anyone who has ever been in Tokyo this season knows very well that it is probably the worst summer you can get outside the Tropics.

Still, the fourth afternoon promised to be different and interesting since a Japanese friend of our judo teacher in Greece, a middle-aged judo teacher from Saitama was coming to Tokyo and take us to see something “really Japanese” i.e. the fireworks festival at the Sumida River. And, according to him (who was supposed to know since he was the native), the best place to see the fireworks from was Asakusa.

I knew Asakusa well; or to be precise I knew “of” Asakusa. One of my favorite authors on Japan and the elder statesman of the Japan-based expatriates, Donald Richie, has written extensively about the area, often to disparage it as a shell of its old self; that’s the problem with people like Richie: they’ve lived so long in Tokyo that they can actually say “Asakusa isn’t what it used to be” and this can really mean something. Anyway, thanks to Richie (who, to be fair, has also written one of the most moving paragraphs I’ve read about the area in his Japan Journals –but more on that later) Asakusa had always been one of the reasons I wanted to go to Tokyo.

It wasn’t just Richie either. Edward Seidensticker’s superb two-volume history/travelogue of Tokyo (Low City, High City and Tokyo Rising), Kawabata Yasunari’s The Scarlet Gang of Asakusa, Sawamura Sadako’s My Asakusa and everything I could get my hands on about Yoshiwara, the legendary entertainment quarter of Edo and pre-war Tokyo had pretty much wetted my appetite so as soon as I heard that the rendezvous was in Asakusa I braced myself for an interesting afternoon/evening.

Boy was I wrong! Besides the Yoshiwara not being in Asakusa (minor mistake, easily explained considering that I had never been in Tokyo before), the thing was beyond interesting; it bordered on mystical and I’m saying this with all the aplomb I have mustered after almost a decade of Soto Zen wall gazing, and over two decades of both martial arts and professional journalism; what I mean to say is that I rarely use words like “mystical” and usually make fun of people who do. But this was something else and I knew it as soon as we took the Yamanote Line train to get to Ueno.

We were staying in Shinjuku back then, and our daily commute was to take the Oedo Line train from Tochomae Sta. and get off to Kasuga which is the station closer to the Kodokan (remember: we were only three days in Tokyo so we were just learning how to use the behemoth that is the city’s railroad/subway network). Since all we did was move from Shinjuku to Bunkyo and back, we had become pretty certain that 49,999995% of Tokyo’s population (male and female) is wearing dark suits and white shirts, carrying briefcases and working (and probably living) in high-rises and 49,999995% were trendy boys and girls wearing practically anything –the remaining 0,00001% was old ladies in kimono. We had seen two of them.

Even from Shinjuku Sta., though, things started looking weird. Instead of the usual trendy crowd which we expected to see (this was Saturday afternoon so the absence of the dark-suit crowd seemed natural) there was an alarming abundance of kimonoed men and women of all ages. And these were not the old-ladies’ somber style of kimono; these were summer yukata with colors and patterns that made my eyes hurt –not an easy feat in Tokyo and especially Shinjuku were pretty much everything is bright and colored (and usually both).

We took the train wondering what was going on and while it continued its looping orbit towards Ueno our puzzlement was growing exponentially –in direct proportion to the growing numbers of yukata-clad people. Then we changed trains at Ueno and things got even weirder since most of the (now enormous) yukata’d crowd got off with us and took the Ginza Line train. By now, we were pretty sure that all these people were going to the same place we were, so we figured out that there must be some costume event related to the fireworks; pretty soon we were about to find out that we were correct in that assumption. Well, sort of.

The moment it truly hit me was after we climbed the stairs of Asakusa station and went out in Kaminarimon Dori, the main street leading to the Sensoji Temple, Asakusa’s hub and one of Tokyo’s most famous tourist destinations. On one side there was the Sumida River with Philip Stark’s Asahi building and the “golden turd” on top. And on the other, bathed in the setting sun was the emblematic gate with the huge red paper lantern, the jinrikisha and the hundreds (actually, thousands) of people in yukata flooding the streets. No high-rises here either; just normal sized buildings with normal stores and normal people –if people wearing happi and jinbei coats and samue overalls and having tenugui towels wrapped around their heads are normal.

This was another Tokyo. This was a place where people came to do real things: walk around, shop, eat, drink, sit down and see the fireworks, sing, hold hands, flirt and chat. And they did them in a place not so different than it was 100 years ago. Of course Richie is probably right: there is a strong touristy flavor in Asakusa now and in a normal day it is almost tangible. But on the day of the fireworks festival (or of any other festival from the numerous held in the area each year), the place vibrates differently; it’s still 21st century Tokyo but it’s more than that. There, under the blinding sunlight and in the phantasmagoria of colors, the deafening polyphony of sounds and the cornucopia of smells, if you squint just so, you might be able to catch a glimpse of things centuries old. In such days, Edo reclaims its shitamachi, it’s old downtown from the tourists and its sons and daughters, the people who built modern Tokyo roam the streets, raw and brusque and real. This was not “interesting”; it was a step into another world.

(8) Ασακούσα;

Είχα μόλις τρεις μέρες στο Τόκιο και τις είχα περάσει σχεδόν ολόκληρες στο Κόντοκαν, υποστηρίζοντας ηθικά τον φίλο μου τον Γιάννη που παρακολουθούσε εκεί ένα σεμινάριο για τα κάτα του τζούντο. Όχι ότι μπορούσα να κάνω και τίποτα πολύ περισσότερο· ήμουν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που θα αποκαλούσε κανείς «έμπειρος στις πτήσεις» (στην πραγματικότητα, το να πετάω με τρομάζει ακόμα απίστευτα) και οι δώδεκα ώρες πάνω από την Ασία με είχαν τσακίσει τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Ο δε καιρός, έκανε τα πράγματα χειρότερα –ήταν τέλος Ιουλίου και όποιος έχει βρεθεί ποτέ στο Τόκιο τέτοια εποχή ξέρει ότι είναι πιθανότατα το χειρότερο καλοκαίρι που μπορείς να περάσεις εκτός των Τροπικών.

Παρόλα αυτά, το τέταρτό μας απόγευμα προοιωνιζόταν διαφορετικό και ενδιαφέρον: ένας Ιάπωνας φίλος του δασκάλου μας του τζούντο, ένας μεσήλικας, επίσης δάσκαλος του τζούντο από τη Σαϊτάμα, θα κατέβαινε στο Τόκιο και θα μας πήγαινε να δούμε κάτι «πραγματικά ιαπωνικό» –μια εκδήλωση με πυροτεχνήματα στον ποταμό Σουμίντα. Και, κατά την άποψή του (και υποτίθεται ότι ήξερε, καθότι ντόπιος), το καλύτερο μέρος για να δούμε τα πυροτεχνήματα ήταν η Ασακούσα.

Την ήξερα καλά την Ασακούσα –για την ακρίβεια, ήξερα καλά τι ήταν. Ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς σε θέματα σχετικά με την Ιαπωνία και Νέστορας των εκπατρισμένων στη χώρα, ο Ντόναλντ Ρίτσι, έχει γράψει πολλά για την περιοχή, ενίοτε υποτιμητικά καθώς κατά τη γνώμη του δεν είναι πια παρά σκιά του παλιού της εαυτού –αυτό είναι το πρόβλημα με ανθρώπους όπως ο Ρίτσι: έχουν ζήσει στο Τόκιο τόσα πολλά χρόνια που όταν λένε «η Ασακούσα δεν είναι αυτό που ήταν» οφείλεις να δώσεις προσοχή. Όπως και να ‘χει, χάρη στον Ρίτσι (ο οποίος, για να είμαστε δίκαιοι, έχει επίσης γράψει στο Japan Journals του μια από τις πιο συγκινητικές παραγράφους που έχω διαβάσει ποτέ για την Ασακούσα –περισσότερα γι αυτό, παρακάτω) η Ασακούσα ήταν πάντοτε ένας από τους λόγους που ήθελα να πάω στο Τόκιο.

Δεν ήταν μόνο ο Ρίτσι, δε. Το εξαιρετικό δίτομο ιστορικό/ταξιδιωτικό έργο του Έντουαρντ Σαϊντενστίκερ, Low City, High City και Tokyo Rising, το The Scarlet Gang of Asakusa του Καουαμπάτα Γιασουνάρι, το My Asakusa της Σαουαμούρα Σαντάκο και οτιδήποτε είχα καταφέρει να βρω σχετικά με τη Γιοσιουάρα, τη θρυλική περιοχή «ψυχαγωγίας» του Έντο και του προπολεμικού Τόκιο μου είχαν ανοίξει για καλά την όρεξη, οπότε μόλις άκουσα ότι το ραντεβού μας ήταν στην Ασακούσα, προετοιμάστηκε για ένα ενδιαφέρον απόγευμα/βράδυ.

Και βεβαίως έκανα λάθος! Πέρα από το ότι η Γιοσιουάρα δεν είναι στην Ασακούσα (πταίσμα που μπορεί εύκολα να αποδοθεί στο ότι δεν είχα ξαναβρεθεί στο Τόκιο), η βραδιά ήταν πολύ πέρα από ενδιαφέρουσα –ήταν στα όρια της μεταφυσικής εμπειρίας και το λέω αυτό με όλη την ψυχραιμία που έχω αποκομίσει μετά από σχεδόν μια δεκαετία τοιχοσκόπησης αλά Σότο Ζεν και μετά από πάνω από δύο δεκαετίες πολεμικών τεχνών και επαγγελματικής δημοσιογραφίας. Θέλω να πω, σπάνια χρησιμοποιώ λέξεις όπως «μεταφυσική εμπειρία» και συνήθως κοροϊδεύω αυτούς που το κάνουν, όμως στην προκειμένη περίπτωση τα πράγματα αποδείχθηκαν εντελώς διαφορετικά και το κατάλαβα μόλις πήραμε το τρένο της γραμμής Γιαμανότε για να πάμε στο Ουένο.

Με τον Γιάννη μέναμε στο Σιντζούκου και καθημερινά ακολουθούσαμε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα: παίρναμε το τρένο της γραμμής Οέντο από τον σταθμό του Τοτσόμαε και κατεβαίναμε στον σταθμό Κάσουγκα, τον σταθμό που βρίσκεται πιο κοντά στο Κόντοκαν (υπενθυμίζω: είχαμε μόλις τρεις μέρες στο Τόκιο και δεν είχαμε προλάβει να εξοικειωθούμε με το μεγαθήριο που λέγεται δίκτυο τρένων και μετρό της πόλης). Καθώς η διαδρομή μας ήταν από το Σιντζούκου στο Μπούνκιο και πίσω, είχαμε σχεδόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το 49,999995% του πληθυσμού του Τόκιο φορούσε σκούρα κοστούμια (ή ταγέρ), λευκά πουκάμισα, κρατούσε χαρτοφύλακες και δούλευε (και πιθανότατα έμενε) σε ουρανοξύστες και το άλλο 49,999995% ήταν τρέντι αγόρια και κορίτσια που φορούσαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Το υπόλοιπο 0,00001% ήταν ηλικιωμένες κυρίες με κιμονό –είχαμε δει δύο τέτοιες.

Ήδη από τον σταθμό του Σιντζούκου, ωστόσο, τα πράγματα άρχισαν να δείχνουν κάπως περίεργα. Αντί για τα συνηθισμένα τρέντι πλήθη που περιμέναμε να δούμε (ήταν Σάββατο απόγευμα, οπότε θεωρήσαμε δικαιολογημένη την απουσία των χιλιάδων κοστουμιών και ταγέρ), υπήρχε μια κάπως ανησυχητική πληθώρα ανθρώπων με κιμονό –αντρών και γυναικών κάθε ηλικίας. Και τα κιμονό εδώ δεν ήταν τα σοβαρά κιμονό των ηλικιωμένων κυριών, αλλά καλοκαιρινές γιουκάτα με χρώματα και σχέδια που σου έβγαζαν τα μάτια, κάτι όχι πολύ εύκολο στο Τόκιο και ειδικά στο Σιντζούκου όπου σχεδόν τα πάντα είναι λαμπερά και χρωματιστά (και συνήθως και τα δύο).

Πήραμε το τρένο διερωτώμενοι τι συνέβαινε και σε όλη τη διάρκεια της κυκλικής του τροχιάς προς το Ουένο η απορία μας μεγάλωνε όλο και περισσότερο, σε ευθεία αναλογία με τον αριθμό του γιουκατο-φορεμένου πλήθους. Όταν αλλάξαμε τρένο στο Ουένο και είδαμε ότι σχεδόν όλοι αυτοί οι άνθρωποι (που πλέον είχαν γίνει πάρα πολλοί) μπήκαν μαζί μας στο τρένο της γραμμής Γκίνζα, καταλάβαμε ότι πήγαιναν κι αυτοί εκεί που πηγαίναμε κι εμείς και φανταστήκαμε ότι θα πρέπει να υπάρχει κάποια εκδήλωση μεταμφιεσμένων που έχει κάποια σχέση με τα πυροτεχνήματα. Και τελικά είχαμε δίκιο. Περίπου.

Η στιγμή που έχει χαραχτεί στη μνήμη μου, ήταν μόλις ανεβήκαμε τις σκάλες του σταθμού της Ασακούσα και βγήκαμε στη λεωφόρο Καμιναριμόν, τον μεγάλο δρόμο που οδηγεί στον ναό Σενσότζι, το κέντρο της Ασακούσα και έναν από τους πιο γνωστούς τουριστικούς προορισμούς του Τόκιο. Από τη μια πλευρά ήταν ο ποταμός Σουμίντα με το κτήριο της Ασάχι (σχεδιασμένο από τον Φίλιπ Σταρκ και με μια «χρυσή κουράδα» στην κορυφή). Και από την άλλη, λουσμένη στο ως του ήλιου που έδυε, η πύλη-σύμβολο με το γιγάντιο κόκκινο φανάρι, τα ρίκσο και τις εκατοντάδες (μάλλον χιλιάδες) ανθρώπων με τις γιουκάτα να πλημμυρίζουν τους δρόμους. ΚΙ εδώ δεν υπήρχαν ουρανοξύστες αλλά κανονικά κτήρια με κανονικά μαγαζιά και με κανονικούς ανθρώπους –αν θεωρήσουμε κανονικούς ανθρώπους με σακάκια χάπι και τζινμπέι, φόρμες σαμούε και με μαντήλια τενουγκούι τυλιγμένα στα κεφάλια τους.

Αυτό ήταν ένα διαφορετικό Τόκιο. Ήταν ένα μέρος που οι άνθρωποι έρχονταν για να κάνουν αληθινά πράγματα: να κάνουν βόλτα, να ψωνίσουν, να φάνε, να πιουν, να κάτσουν κάτω και να δουν τα πυροτεχνήματα, να τραγουδήσουν να πιαστούν χεράκι-χεράκι, να φλερτάρουν και να φλυαρήσουν. Και τα έκαναν σ’ ένα μέρος όχι και τόσο διαφορετικό από όπως ήταν πριν από εκατό χρόνια. Φυσικά ο Ρίτσι έχει μάλλον δίκιο: η Ασακούσα έχει μια γεύση τουρισμού που στις κανονικές της μέρες είναι σχεδόν χειροπιαστή. Όμως την ημέρα των πυροτεχνημάτων (ή οποιασδήποτε άλλης γιορτής από τις αμέτρητες που γίνονται στην περιοχή κάθε χρόνο), ο τόπος δονείται διαφορετικά· είναι ακόμα το Τόκιο του 21ου αιώνα αλλά είναι και κάτι παραπάνω.

Εκεί, κάτω από το εκτυφλωτικό φως του ήλιου και μέσα στη φαντασμαγορία των χρωμάτων και την εκκωφαντική πολυφωνία των ήχων και των μυρωδιών, αν μισοκλείσεις μάτια σου ακριβώς όσο πρέπει, ίσως καταφέρεις να δεις φευγαλέα, πράγματα ηλικίας πολλών αιώνων. Στις μέρες αυτές, το Έντο παίρνει πίσω το σιταμάτσι, το παλιό του κέντρο από τους τουρίστες, και οι γιοι και οι κόρες του, οι άνθρωποι που έχτισαν το σύγχρονο Τόκιο ξεχύνονται στους δρόμους, πραγματικοί, ζωντανοί και ατόφιοι. Δεν ήταν κάτι «ενδιαφέρον» –ήταν ένα πέρασμα σε έναν άλλο κόσμο.

Monday, April 11, 2011

(7) 3月21日 うつくしま福島 













(7) March 21: Beautiful Fukushima

My mother's home in Iwaki

Since my mother comes from the city of Iwaki in Fukushima Prefecture, I have relatives living in Fukushima and Miyagi Prefectures (they are adjacent). A cousin of mine lives in the city of Kesennuma in Miyagi Prefecture and her house was swept by the tsunami. Now, she lives with her daughter at one of the shelters. Her husband was at work at the time the tsunami hit and in the beginning he was unaccounted for; luckily he was found four days later living at another shelter.

My mother’s older sister still lives alone in Iwaki. She has a daughter who lives nearby but her house collapsed after the earthquake so she stayed first at a shelter and then went to her other daughter’s house in Fukui Prefecture.

The house where my mother was born still exists; her older brother (my uncle) lives there. Although it is near the seashore, it wasn’t damaged by the tsunami but because of the possibility of radiation exposure, he had to leave Iwaki and go to his grandson who lives in the city of Niigata. He wants to return to Iwaki though, since he always had a problem sleeping anywhere else but in his home.

This uncle has a son (my cousin) who is living with him. He is a conductor for the Japan Railroad company’s Tohoku section. When the earthquake hit, he had finished his shift and was in the train, returning to his home. Since the train stopped and since he was close to the sea he run to the nearest shelter and after the tsunami passed he hitch-hiked back to his place.

This cousin’s daughter was working at a hospital which is near the seashore. She told us that she saw the tsunami approaching from the hospital’s window and she tried frantically to escape. The hospital was completely ruined so now she is staying at a shelter in Ibaraki Prefecture.

This same cousin has a grandson who is about two months old. The baby’s mother had gone to her parents’ home for the childbirth so my cousin’s son (the baby’s father) was alone when the earthquake hit. He went out to take his car and try to escape and at exactly that moment he saw the parking lot’s ground being torn apart by the tremor. Now, the couple with their baby (and with both the girl’s parents) has found shelter at a house in the city where I live; actually they are quite close to our house. “If it was only the earthquake and the tsunami, I would have hanged on” she told us when we went to see the baby. “After the accident in the nuclear power plant, though, I had to leave. It is not a problem for us –we will be OK. But I was very scared of the idea that the baby could be exposed to radiation day in and day out for, who knows, how long”.

I mentioned before that my uncle is been living with his grandson. This grandson, used to work at the Fukushima nuclear power plant. The year before the last, there was a problem at the Kashiwazaki nuclear power plant so he was transferred there to help with the repairs. Now, he has decided to return to his old post. “I think I’ll have to go back and help” he told us; since March 20 he is been working again at the distressed power plant in Fukushima.

All of my relatives escaped from this disaster unharmed. But all of them had to leave their homes. They don’t know when they will be able to return; and even if they return, they will probably not be able to plant rice in their paddies this year.

When I was an elementary school pupil, I used to spend all my summers in Fukushima, at my uncle’s home. It breaks my heart to see that the whole world has already connected Fukushima with this terrible thing that happened in the power plant. Still, I believe the day will come when I will again be able to chase fireflies and catch frogs at my uncle’s rice paddy. Like I used to…

Toyama Atsuko

(7) 21 Μαρτίου: Όμορφη Φουκουσίμα

Το σπίτι της μητέρας μου στο Ιουάκι

Η μητέρα μου κατάγεται από την πόλη Ιουάκι στην Επαρχία Φουκουσίμα και έχω συγγενείς που ζουν τόσο εκεί, όσο και στη διπλανή επαρχία, την Επαρχία Μιγιάγκι. Μια ξαδέρφη μου ζει στην πόλη Κεσενούμα, στην Επαρχία Μιγιάγκι και το σπίτι της παρασύρθηκε από το τσουνάμι· τώρα μένει με την κόρη της σε ένα από τα καταφύγια της περιοχής. Ο σύζυγός της ήταν στη δουλειά του την ώρα που χτύπησε το τσουνάμι και στην αρχή ήταν αγνοούμενος –ευτυχώς, βρέθηκε σώος τέσσερις μέρες αργότερα σε κάποιο άλλο καταφύγιο.

Η μεγάλη αδερφή της μητέρας μου, ζει ακόμα μόνη της στο Ιουάκι. Έχει μια κόρη που ζει κοντά της, όμως το σπίτι της κόρης αυτής κατέρρευσε μετά τον σεισμό οπότε η θεία μου πήγε πρώτα να μείνει σε κάποιο καταφύγιο και στη συνέχεια μετακόμισε στο σπίτι της άλλης της κόρης, στην Επαρχία Φουκούι.

Το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε η μητέρα μου υπάρχει ακόμα –μένει εκεί ο μεγάλος της αδελφός, ο θείος μου. Αν και το σπίτι αυτό είναι κοντά στην παραλία, δεν καταστράφηκε από το τσουνάμι, όμως εξαιτίας της πιθανής μόλυνσης από ραδιενέργεια, ο θείος μου αναγκάστηκε να φύγει από το Ιουάκι και να πάει στον εγγονό του που μένει στην πόλη Νιιγκάτα. Παρόλα αυτά, θέλει να επιστρέψει στο Ιουάκι καθώς είχε πάντα πρόβλημα να κοιμηθεί οπουδήποτε αλλού εκτός από το σπίτι του.

Ο θείος μου αυτός έχει έναν γιο (τον ξάδερφό μου) ο οποίος ζει μαζί του. Είναι εισπράκτορας στα τρένα της εταιρείας Japan Railroad και συγκεκριμένα στο τμήμα του Τοχόκου. Όταν έγινε ο μεγάλος σεισμός, ο ξάδερφός μου είχε τελειώσει τη βάρδια του και βρισκόταν στο τρένο, επιστρέφοντας στο σπίτι του. Καθώς το τρένο είχε σταματήσει και επειδή βρισκόταν πολύ κοντά στη θάλασσα, πήγε τρέχοντας στο πλησιέστερο καταφύγιο και αφού πέρασε το τσουνάμι, κατάφερε και έφτασε στο σπίτι του με ωτοστόπ.

Ο ξάδερφός μου αυτός έχει μια κόρη που εργάζεται σε ένα νοσοκομείο το οποίο βρίσκεται κοντά στην παραλία. Αυτή η κόρη του, μας είπε ότι από τα παράθυρα του νοσοκομείου είδε το τσουνάμι να πλησιάζει και προσπάθησε να ξεφύγει με κάθε τρόπο. Το νοσοκομείο καταστράφηκε ολοσχερώς και αυτή μένει πια σε ένα καταφύγιο στην Επαρχία Ιμπαράκι.

Αυτός ο ίδιος ξάδερφός μου, έχει έναν εγγονό ο οποίος είναι περίπου δύο μηνών. Η μητέρα του μωρού είχε πάει στους γονείς της για να γεννήσει, οπότε ο γιος του ξαδέλφου μου (ο πατέρας του μωρού) ήταν μόνος του όταν έγινε ο σεισμός. Μόλις πέρασαν οι πρώτες μεγάλες δονήσεις βγήκε έξω και πήγε να πάρει το αυτοκίνητό του για να φύγει όμως εκείνη ακριβώς τη στιγμή είδε το έδαφος στο παρκινγκ να σκίζεται στα δύο από την επόμενη δόνηση. Τώρα πια, το ζευγάρι με το μωρό τους (και τους γονείς της κοπέλας) έχει βρει καταφύγιο σε ένα σπίτι στην πόλη που ζω εγώ –βρίσκονται μάλιστα αρκετά κοντά στο δικό μας σπίτι. «Αν ήταν μόνο ο σεισμός και το τσουνάμι, θα έκανα κουράγιο», μας είπε η κοπέλα όταν πήγαμε στο σπίτι που φιλοξενούνται για να δούμε το μωρό. «Όμως μετά το ατύχημα στο πυρηνικό εργοστάσιο, αναγκάστηκα να φύγω. Για μας δεν υπάρχει πρόβλημα, δε θα πάθουμε τίποτα. Όμως με τρόμαξε πολύ η ιδέα ότι το μωρό θα μπορούσε να εκτίθεται καθημερινά στη ραδιενέργεια, ένας Θεός ξέρει για πόσον καιρό».

Έγραψα παραπάνω ότι ο θείος μου ζει με τον εγγονό του. Ο εγγονός αυτός δούλευε παλιότερα στο πυρηνικό εργοστάσιο της Φουκουσίμα, όμως πρόπερσι, υπήρξε ένα πρόβλημα στο πυρηνικό εργοστάσιο του Κασιουαζάκι οπότε τον μετέθεσαν εκεί για να βοηθήσει στις επισκευές. Τώρα, έχει αποφασίσει να επιστρέψει στην παλιά του δουλειά. «Νομίζω ότι πρέπει να γυρίσω πίσω και να βοηθήσω», μας είπε και από τις 20 Μαρτίου εργάζεται ξανά στο κατεστραμμένο εργοστάσιο της Φουκουσίμα.

Όλοι μου οι συγγενείς κατάφεραν να βγουν αλώβητοι από αυτήν την τεράστια καταστροφή. Όμως όλοι τους χρειάστηκε να φύγουν από τα σπίτια τους. Δεν ξέρουν πότε θα καταφέρουν να επιστρέψουν και ακόμα και αν επιστρέψουν, πιθανότατα δε θα καταφέρουν να φυτέψουν ρύζι στους ορυζώνες τους φέτος.

Όταν πήγαινα στο δημοτικό, περνούσα όλα μου τα καλοκαίρια στη Φουκουσίμα, στο σπίτι του θείου μου. Πραγματικά μου σπαράζει την καρδιά ότι όλος ο κόσμος έχει ήδη συνδέσει τη Φουκουσίμα με αυτά τα τρομερά γεγονότα που συνέβησαν στο πυρηνικό εργοστάσιο. Όμως μέσα μου πιστεύω ότι δε θα αργήσει η μέρα που θα μπορέσω να κυνηγήσω ξανά πυγολαμπίδες και να πιάσω ξανά βατράχια στον ορυζώνα του θείου μου. Όπως έκανα τότε...

Τογιάμα Άτσουκο