Friday, April 22, 2011

(8) Asakusa?

I had only been in Tokyo for three days and I had spent the best part of all three of them in the Kodokan, offering moral support to my friend Yannis who was attending a judo kata seminar. Not that I could do much else; seasoned flier I was not (actually, flying still scares me speechless) and the twelve hours over Asia had taken quite a toll on my inner (and outer) balance. The weather didn’t help either: this was late July and anyone who has ever been in Tokyo this season knows very well that it is probably the worst summer you can get outside the Tropics.

Still, the fourth afternoon promised to be different and interesting since a Japanese friend of our judo teacher in Greece, a middle-aged judo teacher from Saitama was coming to Tokyo and take us to see something “really Japanese” i.e. the fireworks festival at the Sumida River. And, according to him (who was supposed to know since he was the native), the best place to see the fireworks from was Asakusa.

I knew Asakusa well; or to be precise I knew “of” Asakusa. One of my favorite authors on Japan and the elder statesman of the Japan-based expatriates, Donald Richie, has written extensively about the area, often to disparage it as a shell of its old self; that’s the problem with people like Richie: they’ve lived so long in Tokyo that they can actually say “Asakusa isn’t what it used to be” and this can really mean something. Anyway, thanks to Richie (who, to be fair, has also written one of the most moving paragraphs I’ve read about the area in his Japan Journals –but more on that later) Asakusa had always been one of the reasons I wanted to go to Tokyo.

It wasn’t just Richie either. Edward Seidensticker’s superb two-volume history/travelogue of Tokyo (Low City, High City and Tokyo Rising), Kawabata Yasunari’s The Scarlet Gang of Asakusa, Sawamura Sadako’s My Asakusa and everything I could get my hands on about Yoshiwara, the legendary entertainment quarter of Edo and pre-war Tokyo had pretty much wetted my appetite so as soon as I heard that the rendezvous was in Asakusa I braced myself for an interesting afternoon/evening.

Boy was I wrong! Besides the Yoshiwara not being in Asakusa (minor mistake, easily explained considering that I had never been in Tokyo before), the thing was beyond interesting; it bordered on mystical and I’m saying this with all the aplomb I have mustered after almost a decade of Soto Zen wall gazing, and over two decades of both martial arts and professional journalism; what I mean to say is that I rarely use words like “mystical” and usually make fun of people who do. But this was something else and I knew it as soon as we took the Yamanote Line train to get to Ueno.

We were staying in Shinjuku back then, and our daily commute was to take the Oedo Line train from Tochomae Sta. and get off to Kasuga which is the station closer to the Kodokan (remember: we were only three days in Tokyo so we were just learning how to use the behemoth that is the city’s railroad/subway network). Since all we did was move from Shinjuku to Bunkyo and back, we had become pretty certain that 49,999995% of Tokyo’s population (male and female) is wearing dark suits and white shirts, carrying briefcases and working (and probably living) in high-rises and 49,999995% were trendy boys and girls wearing practically anything –the remaining 0,00001% was old ladies in kimono. We had seen two of them.

Even from Shinjuku Sta., though, things started looking weird. Instead of the usual trendy crowd which we expected to see (this was Saturday afternoon so the absence of the dark-suit crowd seemed natural) there was an alarming abundance of kimonoed men and women of all ages. And these were not the old-ladies’ somber style of kimono; these were summer yukata with colors and patterns that made my eyes hurt –not an easy feat in Tokyo and especially Shinjuku were pretty much everything is bright and colored (and usually both).

We took the train wondering what was going on and while it continued its looping orbit towards Ueno our puzzlement was growing exponentially –in direct proportion to the growing numbers of yukata-clad people. Then we changed trains at Ueno and things got even weirder since most of the (now enormous) yukata’d crowd got off with us and took the Ginza Line train. By now, we were pretty sure that all these people were going to the same place we were, so we figured out that there must be some costume event related to the fireworks; pretty soon we were about to find out that we were correct in that assumption. Well, sort of.

The moment it truly hit me was after we climbed the stairs of Asakusa station and went out in Kaminarimon Dori, the main street leading to the Sensoji Temple, Asakusa’s hub and one of Tokyo’s most famous tourist destinations. On one side there was the Sumida River with Philip Stark’s Asahi building and the “golden turd” on top. And on the other, bathed in the setting sun was the emblematic gate with the huge red paper lantern, the jinrikisha and the hundreds (actually, thousands) of people in yukata flooding the streets. No high-rises here either; just normal sized buildings with normal stores and normal people –if people wearing happi and jinbei coats and samue overalls and having tenugui towels wrapped around their heads are normal.

This was another Tokyo. This was a place where people came to do real things: walk around, shop, eat, drink, sit down and see the fireworks, sing, hold hands, flirt and chat. And they did them in a place not so different than it was 100 years ago. Of course Richie is probably right: there is a strong touristy flavor in Asakusa now and in a normal day it is almost tangible. But on the day of the fireworks festival (or of any other festival from the numerous held in the area each year), the place vibrates differently; it’s still 21st century Tokyo but it’s more than that. There, under the blinding sunlight and in the phantasmagoria of colors, the deafening polyphony of sounds and the cornucopia of smells, if you squint just so, you might be able to catch a glimpse of things centuries old. In such days, Edo reclaims its shitamachi, it’s old downtown from the tourists and its sons and daughters, the people who built modern Tokyo roam the streets, raw and brusque and real. This was not “interesting”; it was a step into another world.

(8) Ασακούσα;

Είχα μόλις τρεις μέρες στο Τόκιο και τις είχα περάσει σχεδόν ολόκληρες στο Κόντοκαν, υποστηρίζοντας ηθικά τον φίλο μου τον Γιάννη που παρακολουθούσε εκεί ένα σεμινάριο για τα κάτα του τζούντο. Όχι ότι μπορούσα να κάνω και τίποτα πολύ περισσότερο· ήμουν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που θα αποκαλούσε κανείς «έμπειρος στις πτήσεις» (στην πραγματικότητα, το να πετάω με τρομάζει ακόμα απίστευτα) και οι δώδεκα ώρες πάνω από την Ασία με είχαν τσακίσει τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Ο δε καιρός, έκανε τα πράγματα χειρότερα –ήταν τέλος Ιουλίου και όποιος έχει βρεθεί ποτέ στο Τόκιο τέτοια εποχή ξέρει ότι είναι πιθανότατα το χειρότερο καλοκαίρι που μπορείς να περάσεις εκτός των Τροπικών.

Παρόλα αυτά, το τέταρτό μας απόγευμα προοιωνιζόταν διαφορετικό και ενδιαφέρον: ένας Ιάπωνας φίλος του δασκάλου μας του τζούντο, ένας μεσήλικας, επίσης δάσκαλος του τζούντο από τη Σαϊτάμα, θα κατέβαινε στο Τόκιο και θα μας πήγαινε να δούμε κάτι «πραγματικά ιαπωνικό» –μια εκδήλωση με πυροτεχνήματα στον ποταμό Σουμίντα. Και, κατά την άποψή του (και υποτίθεται ότι ήξερε, καθότι ντόπιος), το καλύτερο μέρος για να δούμε τα πυροτεχνήματα ήταν η Ασακούσα.

Την ήξερα καλά την Ασακούσα –για την ακρίβεια, ήξερα καλά τι ήταν. Ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς σε θέματα σχετικά με την Ιαπωνία και Νέστορας των εκπατρισμένων στη χώρα, ο Ντόναλντ Ρίτσι, έχει γράψει πολλά για την περιοχή, ενίοτε υποτιμητικά καθώς κατά τη γνώμη του δεν είναι πια παρά σκιά του παλιού της εαυτού –αυτό είναι το πρόβλημα με ανθρώπους όπως ο Ρίτσι: έχουν ζήσει στο Τόκιο τόσα πολλά χρόνια που όταν λένε «η Ασακούσα δεν είναι αυτό που ήταν» οφείλεις να δώσεις προσοχή. Όπως και να ‘χει, χάρη στον Ρίτσι (ο οποίος, για να είμαστε δίκαιοι, έχει επίσης γράψει στο Japan Journals του μια από τις πιο συγκινητικές παραγράφους που έχω διαβάσει ποτέ για την Ασακούσα –περισσότερα γι αυτό, παρακάτω) η Ασακούσα ήταν πάντοτε ένας από τους λόγους που ήθελα να πάω στο Τόκιο.

Δεν ήταν μόνο ο Ρίτσι, δε. Το εξαιρετικό δίτομο ιστορικό/ταξιδιωτικό έργο του Έντουαρντ Σαϊντενστίκερ, Low City, High City και Tokyo Rising, το The Scarlet Gang of Asakusa του Καουαμπάτα Γιασουνάρι, το My Asakusa της Σαουαμούρα Σαντάκο και οτιδήποτε είχα καταφέρει να βρω σχετικά με τη Γιοσιουάρα, τη θρυλική περιοχή «ψυχαγωγίας» του Έντο και του προπολεμικού Τόκιο μου είχαν ανοίξει για καλά την όρεξη, οπότε μόλις άκουσα ότι το ραντεβού μας ήταν στην Ασακούσα, προετοιμάστηκε για ένα ενδιαφέρον απόγευμα/βράδυ.

Και βεβαίως έκανα λάθος! Πέρα από το ότι η Γιοσιουάρα δεν είναι στην Ασακούσα (πταίσμα που μπορεί εύκολα να αποδοθεί στο ότι δεν είχα ξαναβρεθεί στο Τόκιο), η βραδιά ήταν πολύ πέρα από ενδιαφέρουσα –ήταν στα όρια της μεταφυσικής εμπειρίας και το λέω αυτό με όλη την ψυχραιμία που έχω αποκομίσει μετά από σχεδόν μια δεκαετία τοιχοσκόπησης αλά Σότο Ζεν και μετά από πάνω από δύο δεκαετίες πολεμικών τεχνών και επαγγελματικής δημοσιογραφίας. Θέλω να πω, σπάνια χρησιμοποιώ λέξεις όπως «μεταφυσική εμπειρία» και συνήθως κοροϊδεύω αυτούς που το κάνουν, όμως στην προκειμένη περίπτωση τα πράγματα αποδείχθηκαν εντελώς διαφορετικά και το κατάλαβα μόλις πήραμε το τρένο της γραμμής Γιαμανότε για να πάμε στο Ουένο.

Με τον Γιάννη μέναμε στο Σιντζούκου και καθημερινά ακολουθούσαμε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα: παίρναμε το τρένο της γραμμής Οέντο από τον σταθμό του Τοτσόμαε και κατεβαίναμε στον σταθμό Κάσουγκα, τον σταθμό που βρίσκεται πιο κοντά στο Κόντοκαν (υπενθυμίζω: είχαμε μόλις τρεις μέρες στο Τόκιο και δεν είχαμε προλάβει να εξοικειωθούμε με το μεγαθήριο που λέγεται δίκτυο τρένων και μετρό της πόλης). Καθώς η διαδρομή μας ήταν από το Σιντζούκου στο Μπούνκιο και πίσω, είχαμε σχεδόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το 49,999995% του πληθυσμού του Τόκιο φορούσε σκούρα κοστούμια (ή ταγέρ), λευκά πουκάμισα, κρατούσε χαρτοφύλακες και δούλευε (και πιθανότατα έμενε) σε ουρανοξύστες και το άλλο 49,999995% ήταν τρέντι αγόρια και κορίτσια που φορούσαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Το υπόλοιπο 0,00001% ήταν ηλικιωμένες κυρίες με κιμονό –είχαμε δει δύο τέτοιες.

Ήδη από τον σταθμό του Σιντζούκου, ωστόσο, τα πράγματα άρχισαν να δείχνουν κάπως περίεργα. Αντί για τα συνηθισμένα τρέντι πλήθη που περιμέναμε να δούμε (ήταν Σάββατο απόγευμα, οπότε θεωρήσαμε δικαιολογημένη την απουσία των χιλιάδων κοστουμιών και ταγέρ), υπήρχε μια κάπως ανησυχητική πληθώρα ανθρώπων με κιμονό –αντρών και γυναικών κάθε ηλικίας. Και τα κιμονό εδώ δεν ήταν τα σοβαρά κιμονό των ηλικιωμένων κυριών, αλλά καλοκαιρινές γιουκάτα με χρώματα και σχέδια που σου έβγαζαν τα μάτια, κάτι όχι πολύ εύκολο στο Τόκιο και ειδικά στο Σιντζούκου όπου σχεδόν τα πάντα είναι λαμπερά και χρωματιστά (και συνήθως και τα δύο).

Πήραμε το τρένο διερωτώμενοι τι συνέβαινε και σε όλη τη διάρκεια της κυκλικής του τροχιάς προς το Ουένο η απορία μας μεγάλωνε όλο και περισσότερο, σε ευθεία αναλογία με τον αριθμό του γιουκατο-φορεμένου πλήθους. Όταν αλλάξαμε τρένο στο Ουένο και είδαμε ότι σχεδόν όλοι αυτοί οι άνθρωποι (που πλέον είχαν γίνει πάρα πολλοί) μπήκαν μαζί μας στο τρένο της γραμμής Γκίνζα, καταλάβαμε ότι πήγαιναν κι αυτοί εκεί που πηγαίναμε κι εμείς και φανταστήκαμε ότι θα πρέπει να υπάρχει κάποια εκδήλωση μεταμφιεσμένων που έχει κάποια σχέση με τα πυροτεχνήματα. Και τελικά είχαμε δίκιο. Περίπου.

Η στιγμή που έχει χαραχτεί στη μνήμη μου, ήταν μόλις ανεβήκαμε τις σκάλες του σταθμού της Ασακούσα και βγήκαμε στη λεωφόρο Καμιναριμόν, τον μεγάλο δρόμο που οδηγεί στον ναό Σενσότζι, το κέντρο της Ασακούσα και έναν από τους πιο γνωστούς τουριστικούς προορισμούς του Τόκιο. Από τη μια πλευρά ήταν ο ποταμός Σουμίντα με το κτήριο της Ασάχι (σχεδιασμένο από τον Φίλιπ Σταρκ και με μια «χρυσή κουράδα» στην κορυφή). Και από την άλλη, λουσμένη στο ως του ήλιου που έδυε, η πύλη-σύμβολο με το γιγάντιο κόκκινο φανάρι, τα ρίκσο και τις εκατοντάδες (μάλλον χιλιάδες) ανθρώπων με τις γιουκάτα να πλημμυρίζουν τους δρόμους. ΚΙ εδώ δεν υπήρχαν ουρανοξύστες αλλά κανονικά κτήρια με κανονικά μαγαζιά και με κανονικούς ανθρώπους –αν θεωρήσουμε κανονικούς ανθρώπους με σακάκια χάπι και τζινμπέι, φόρμες σαμούε και με μαντήλια τενουγκούι τυλιγμένα στα κεφάλια τους.

Αυτό ήταν ένα διαφορετικό Τόκιο. Ήταν ένα μέρος που οι άνθρωποι έρχονταν για να κάνουν αληθινά πράγματα: να κάνουν βόλτα, να ψωνίσουν, να φάνε, να πιουν, να κάτσουν κάτω και να δουν τα πυροτεχνήματα, να τραγουδήσουν να πιαστούν χεράκι-χεράκι, να φλερτάρουν και να φλυαρήσουν. Και τα έκαναν σ’ ένα μέρος όχι και τόσο διαφορετικό από όπως ήταν πριν από εκατό χρόνια. Φυσικά ο Ρίτσι έχει μάλλον δίκιο: η Ασακούσα έχει μια γεύση τουρισμού που στις κανονικές της μέρες είναι σχεδόν χειροπιαστή. Όμως την ημέρα των πυροτεχνημάτων (ή οποιασδήποτε άλλης γιορτής από τις αμέτρητες που γίνονται στην περιοχή κάθε χρόνο), ο τόπος δονείται διαφορετικά· είναι ακόμα το Τόκιο του 21ου αιώνα αλλά είναι και κάτι παραπάνω.

Εκεί, κάτω από το εκτυφλωτικό φως του ήλιου και μέσα στη φαντασμαγορία των χρωμάτων και την εκκωφαντική πολυφωνία των ήχων και των μυρωδιών, αν μισοκλείσεις μάτια σου ακριβώς όσο πρέπει, ίσως καταφέρεις να δεις φευγαλέα, πράγματα ηλικίας πολλών αιώνων. Στις μέρες αυτές, το Έντο παίρνει πίσω το σιταμάτσι, το παλιό του κέντρο από τους τουρίστες, και οι γιοι και οι κόρες του, οι άνθρωποι που έχτισαν το σύγχρονο Τόκιο ξεχύνονται στους δρόμους, πραγματικοί, ζωντανοί και ατόφιοι. Δεν ήταν κάτι «ενδιαφέρον» –ήταν ένα πέρασμα σε έναν άλλο κόσμο.

Monday, April 11, 2011

(7) 3月21日 うつくしま福島 













(7) March 21: Beautiful Fukushima

My mother's home in Iwaki

Since my mother comes from the city of Iwaki in Fukushima Prefecture, I have relatives living in Fukushima and Miyagi Prefectures (they are adjacent). A cousin of mine lives in the city of Kesennuma in Miyagi Prefecture and her house was swept by the tsunami. Now, she lives with her daughter at one of the shelters. Her husband was at work at the time the tsunami hit and in the beginning he was unaccounted for; luckily he was found four days later living at another shelter.

My mother’s older sister still lives alone in Iwaki. She has a daughter who lives nearby but her house collapsed after the earthquake so she stayed first at a shelter and then went to her other daughter’s house in Fukui Prefecture.

The house where my mother was born still exists; her older brother (my uncle) lives there. Although it is near the seashore, it wasn’t damaged by the tsunami but because of the possibility of radiation exposure, he had to leave Iwaki and go to his grandson who lives in the city of Niigata. He wants to return to Iwaki though, since he always had a problem sleeping anywhere else but in his home.

This uncle has a son (my cousin) who is living with him. He is a conductor for the Japan Railroad company’s Tohoku section. When the earthquake hit, he had finished his shift and was in the train, returning to his home. Since the train stopped and since he was close to the sea he run to the nearest shelter and after the tsunami passed he hitch-hiked back to his place.

This cousin’s daughter was working at a hospital which is near the seashore. She told us that she saw the tsunami approaching from the hospital’s window and she tried frantically to escape. The hospital was completely ruined so now she is staying at a shelter in Ibaraki Prefecture.

This same cousin has a grandson who is about two months old. The baby’s mother had gone to her parents’ home for the childbirth so my cousin’s son (the baby’s father) was alone when the earthquake hit. He went out to take his car and try to escape and at exactly that moment he saw the parking lot’s ground being torn apart by the tremor. Now, the couple with their baby (and with both the girl’s parents) has found shelter at a house in the city where I live; actually they are quite close to our house. “If it was only the earthquake and the tsunami, I would have hanged on” she told us when we went to see the baby. “After the accident in the nuclear power plant, though, I had to leave. It is not a problem for us –we will be OK. But I was very scared of the idea that the baby could be exposed to radiation day in and day out for, who knows, how long”.

I mentioned before that my uncle is been living with his grandson. This grandson, used to work at the Fukushima nuclear power plant. The year before the last, there was a problem at the Kashiwazaki nuclear power plant so he was transferred there to help with the repairs. Now, he has decided to return to his old post. “I think I’ll have to go back and help” he told us; since March 20 he is been working again at the distressed power plant in Fukushima.

All of my relatives escaped from this disaster unharmed. But all of them had to leave their homes. They don’t know when they will be able to return; and even if they return, they will probably not be able to plant rice in their paddies this year.

When I was an elementary school pupil, I used to spend all my summers in Fukushima, at my uncle’s home. It breaks my heart to see that the whole world has already connected Fukushima with this terrible thing that happened in the power plant. Still, I believe the day will come when I will again be able to chase fireflies and catch frogs at my uncle’s rice paddy. Like I used to…

Toyama Atsuko

(7) 21 Μαρτίου: Όμορφη Φουκουσίμα

Το σπίτι της μητέρας μου στο Ιουάκι

Η μητέρα μου κατάγεται από την πόλη Ιουάκι στην Επαρχία Φουκουσίμα και έχω συγγενείς που ζουν τόσο εκεί, όσο και στη διπλανή επαρχία, την Επαρχία Μιγιάγκι. Μια ξαδέρφη μου ζει στην πόλη Κεσενούμα, στην Επαρχία Μιγιάγκι και το σπίτι της παρασύρθηκε από το τσουνάμι· τώρα μένει με την κόρη της σε ένα από τα καταφύγια της περιοχής. Ο σύζυγός της ήταν στη δουλειά του την ώρα που χτύπησε το τσουνάμι και στην αρχή ήταν αγνοούμενος –ευτυχώς, βρέθηκε σώος τέσσερις μέρες αργότερα σε κάποιο άλλο καταφύγιο.

Η μεγάλη αδερφή της μητέρας μου, ζει ακόμα μόνη της στο Ιουάκι. Έχει μια κόρη που ζει κοντά της, όμως το σπίτι της κόρης αυτής κατέρρευσε μετά τον σεισμό οπότε η θεία μου πήγε πρώτα να μείνει σε κάποιο καταφύγιο και στη συνέχεια μετακόμισε στο σπίτι της άλλης της κόρης, στην Επαρχία Φουκούι.

Το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε η μητέρα μου υπάρχει ακόμα –μένει εκεί ο μεγάλος της αδελφός, ο θείος μου. Αν και το σπίτι αυτό είναι κοντά στην παραλία, δεν καταστράφηκε από το τσουνάμι, όμως εξαιτίας της πιθανής μόλυνσης από ραδιενέργεια, ο θείος μου αναγκάστηκε να φύγει από το Ιουάκι και να πάει στον εγγονό του που μένει στην πόλη Νιιγκάτα. Παρόλα αυτά, θέλει να επιστρέψει στο Ιουάκι καθώς είχε πάντα πρόβλημα να κοιμηθεί οπουδήποτε αλλού εκτός από το σπίτι του.

Ο θείος μου αυτός έχει έναν γιο (τον ξάδερφό μου) ο οποίος ζει μαζί του. Είναι εισπράκτορας στα τρένα της εταιρείας Japan Railroad και συγκεκριμένα στο τμήμα του Τοχόκου. Όταν έγινε ο μεγάλος σεισμός, ο ξάδερφός μου είχε τελειώσει τη βάρδια του και βρισκόταν στο τρένο, επιστρέφοντας στο σπίτι του. Καθώς το τρένο είχε σταματήσει και επειδή βρισκόταν πολύ κοντά στη θάλασσα, πήγε τρέχοντας στο πλησιέστερο καταφύγιο και αφού πέρασε το τσουνάμι, κατάφερε και έφτασε στο σπίτι του με ωτοστόπ.

Ο ξάδερφός μου αυτός έχει μια κόρη που εργάζεται σε ένα νοσοκομείο το οποίο βρίσκεται κοντά στην παραλία. Αυτή η κόρη του, μας είπε ότι από τα παράθυρα του νοσοκομείου είδε το τσουνάμι να πλησιάζει και προσπάθησε να ξεφύγει με κάθε τρόπο. Το νοσοκομείο καταστράφηκε ολοσχερώς και αυτή μένει πια σε ένα καταφύγιο στην Επαρχία Ιμπαράκι.

Αυτός ο ίδιος ξάδερφός μου, έχει έναν εγγονό ο οποίος είναι περίπου δύο μηνών. Η μητέρα του μωρού είχε πάει στους γονείς της για να γεννήσει, οπότε ο γιος του ξαδέλφου μου (ο πατέρας του μωρού) ήταν μόνος του όταν έγινε ο σεισμός. Μόλις πέρασαν οι πρώτες μεγάλες δονήσεις βγήκε έξω και πήγε να πάρει το αυτοκίνητό του για να φύγει όμως εκείνη ακριβώς τη στιγμή είδε το έδαφος στο παρκινγκ να σκίζεται στα δύο από την επόμενη δόνηση. Τώρα πια, το ζευγάρι με το μωρό τους (και τους γονείς της κοπέλας) έχει βρει καταφύγιο σε ένα σπίτι στην πόλη που ζω εγώ –βρίσκονται μάλιστα αρκετά κοντά στο δικό μας σπίτι. «Αν ήταν μόνο ο σεισμός και το τσουνάμι, θα έκανα κουράγιο», μας είπε η κοπέλα όταν πήγαμε στο σπίτι που φιλοξενούνται για να δούμε το μωρό. «Όμως μετά το ατύχημα στο πυρηνικό εργοστάσιο, αναγκάστηκα να φύγω. Για μας δεν υπάρχει πρόβλημα, δε θα πάθουμε τίποτα. Όμως με τρόμαξε πολύ η ιδέα ότι το μωρό θα μπορούσε να εκτίθεται καθημερινά στη ραδιενέργεια, ένας Θεός ξέρει για πόσον καιρό».

Έγραψα παραπάνω ότι ο θείος μου ζει με τον εγγονό του. Ο εγγονός αυτός δούλευε παλιότερα στο πυρηνικό εργοστάσιο της Φουκουσίμα, όμως πρόπερσι, υπήρξε ένα πρόβλημα στο πυρηνικό εργοστάσιο του Κασιουαζάκι οπότε τον μετέθεσαν εκεί για να βοηθήσει στις επισκευές. Τώρα, έχει αποφασίσει να επιστρέψει στην παλιά του δουλειά. «Νομίζω ότι πρέπει να γυρίσω πίσω και να βοηθήσω», μας είπε και από τις 20 Μαρτίου εργάζεται ξανά στο κατεστραμμένο εργοστάσιο της Φουκουσίμα.

Όλοι μου οι συγγενείς κατάφεραν να βγουν αλώβητοι από αυτήν την τεράστια καταστροφή. Όμως όλοι τους χρειάστηκε να φύγουν από τα σπίτια τους. Δεν ξέρουν πότε θα καταφέρουν να επιστρέψουν και ακόμα και αν επιστρέψουν, πιθανότατα δε θα καταφέρουν να φυτέψουν ρύζι στους ορυζώνες τους φέτος.

Όταν πήγαινα στο δημοτικό, περνούσα όλα μου τα καλοκαίρια στη Φουκουσίμα, στο σπίτι του θείου μου. Πραγματικά μου σπαράζει την καρδιά ότι όλος ο κόσμος έχει ήδη συνδέσει τη Φουκουσίμα με αυτά τα τρομερά γεγονότα που συνέβησαν στο πυρηνικό εργοστάσιο. Όμως μέσα μου πιστεύω ότι δε θα αργήσει η μέρα που θα μπορέσω να κυνηγήσω ξανά πυγολαμπίδες και να πιάσω ξανά βατράχια στον ορυζώνα του θείου μου. Όπως έκανα τότε...

Τογιάμα Άτσουκο

Wednesday, April 6, 2011

(6) 3月16日 卒業式








(6) March 16: Graduation Ceremony

I haven’t mentioned it before but I work at a vocational school. In Japan, the schools open on April and they close on March. Our planned graduation ceremony was for March 14th but because of the rolling blackouts and the ongoing disorder in the train network, the date was postponed for March 16th.

Almost half of this year’s alumni were from abroad and among these, about half always said that after their graduation they wanted to stay and work in Japan. After the earthquake/tsunami disaster and the accident in the nuclear plant though, their families expressed great concern about such a prospect so one by one they started returning to their home countries. Almost the same happened with the students expected to start attending our school on April: more and more cancellations were coming in every day and rumors started circulating that people who went to their embassies for advice on what to do were promptly given aeroplane tickets so they could leave Japan immediately.

Because the planned number of participants was cut in half, the graduation ceremony gave out an air of sadness. Twice during the ceremony we felt the tremors of aftershocks and some of the students were alarmed but the teachers’ calmed and composed behavior alleviated their fears and at the party that followed, because of the shortage of available goods and because of the blackouts, we couldn’t offer the students something more substantial –like a pizza or a sandwich- so we had to make do only with snacks. All of these, though, didn’t bend the overall disposition of the students; they all seemed to truly enjoy the ceremony and even the ones who had to return to their countries greeted us saying “I don’t want to leave –I’ll be back soon” and “I will tell my compatriots that Japan is alright and that I will return”.

The concluding speech was given by a student from Bangladesh. “Each and every one of us who are here at this moment, love Japan and this school,” he said. “At this moment, Japan truly needs the power of the young people. If all of us, the foreigners who have to return to their homes and the Japanese, stay here instead and together try our best, we will manage to help this country. I, with everyone’s help, will protect Japan”. After that, he asked we should all keep a moment’s silence and pray for Japan. I think that at that moment, we all felt that this speech bonded us together –standing there, with our palms pressed together and with closed eyes, thinking about the victims of the disaster and about our future, we were all the same.

I can’t really know what everyone else wished or prayed for; my mind was filled with wishes for the future of these kids, be they here in Japan or abroad, and for the people who are suffering right here, right now.

Toyama Atsuko

(6) 16 Μαρτίου: Τελετή αποφοίτησης

Δεν το έχω αναφέρει πρωτύτερα, όμως εργάζομαι σε μια επαγγελματική σχολή. Στην Ιαπωνία, τα σχολεία ανοίγουν τον Απρίλιο και κλείνουν τον Μάρτιο και η τελετή αποφοίτησης στο σχολείο μας ήταν προγραμματισμένη για τις 14 Μαρτίου. Εξαιτίας, ωστόσο, των κυλιόμενων διακοπών του ρεύματος και του συνεχιζόμενου προβλήματος στα δρομολόγια των τρένων, αναβάλαμε την τελετή για τις 16 Μαρτίου.

Σχεδόν οι μισοί από τους αποφοίτους αυτής της χρονιάς ήταν από το εξωτερικό και από αυτούς, οι μισοί μας έλεγαν όλη τη χρονιά ότι μετά την αποφοίτησή τους, ήθελαν να μείνουν και να δουλέψουν στην Ιαπωνία. Όμως, μετά την καταστροφή από τον σεισμό και το τσουνάμι και μετά το ατύχημα στο πυρηνικό εργοστάσιο, οι οικογένειές τους εξέφρασαν έντονες ανησυχίες για μια τέτοια προοπτική με αποτέλεσμα να αρχίσουν ένας-ένας να επιστρέφουν στις χώρες τους. Σχεδόν το ίδιο έγινε και με τους μαθητές που επρόκειτο να εγγραφούν στο σχολείο μας από τον Απρίλιο: καθημερινά είχαμε όλο και περισσότερες ακυρώσεις, ενώ άρχισαν να κυκλοφορούν και φήμες ότι όσοι πήγαιναν στις πρεσβείες τους για να ζητήσουν βοήθεια, έπαιρναν αεροπορικά εισιτήρια για να φύγουν άμεσα από την Ιαπωνία.

Επειδή ο αριθμός των συμμετεχόντων είχε πέσει στο μισό, η τελετή αποφοίτησης απέπνεε έναν αέρα θλίψης. Δύο φορές κατά τη διάρκεια της τελετής αισθανθήκαμε τις δονήσεις των μετασεισμών και κάποιοι από τους μαθητές μας ανησύχησαν (ευτυχώς, η συμπεριφορά των δασκάλων τους καθησύχασε), ενώ στο πάρτι που ακολούθησε, εξαιτίας των ελλείψεων των διακοπών του ρεύματος, δεν μπορέσαμε να προσφέρουμε στους προσκεκλημένους ούτε μια πίτσα ή ένα σάντουιτς και έπρεπε να αρκεστούμε σε σνακ και ξηρούς καρπούς. Όλα αυτά, ωστόσο, δεν έκαμψαν τη διάθεση των παιδιών –όλοι τους έδειξαν να απολαμβάνουν πραγματικά την τελετή και ακόμα και εκείνοι που έπρεπε να επιστρέψουν στις χώρες τους, μας αποχαιρέτησαν λέγοντας «Δε θέλω να φύγω –θα επιστρέψω το συντομότερο» και «Θα πω στους συμπατριώτες μου ότι η Ιαπωνία είναι καλά και θα γυρίσω».

Τον αποχαιρετιστήριο λόγο της τελετής, τον έβγαλε ένας μαθητής από το Μπαγκλαντές. «Όλοι όσοι βρισκόμαστε εδώ μέσα, αγαπάμε την Ιαπωνία και το σχολείο αυτό», είπε. «Αυτή τη στιγμή, η Ιαπωνία χρειάζεται πραγματικά τη δύναμη των νέων ανθρώπων. Αν όλοι εμείς, οι ξένοι που θα γυρίσουμε στις χώρες μας και οι Ιάπωνες, μείνουμε εδώ και βάλουμε τα δυνατά μας, θα καταφέρουμε μαζί να βοηθήσουμε τη χώρα. Εγώ ο ίδιος, με τη βοήθεια όλων, θα προστατεύσω την Ιαπωνία». Όταν τελείωσε τον λόγο του, ζήτησε να κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή και να προσευχηθούμε για την Ιαπωνία. Νομίζω ότι εκείνο το λεπτό, όλοι αισθανθήκαμε ότι ο λόγος του μας έφερε πολύ κοντά –καθώς στεκόμαστε με τις παλάμες ενωμένες και με τα μάτια κλειστά, καθώς σκεφτόμαστε τα θύματα της καταστροφής και το μέλλον μας, ήμασταν όλοι το ίδιο.

Δεν μπορώ να είμαι σίγουρη για το τι σκέφτονταν οι άλλοι· ο δικός μου νους ήταν γεμάτος από ευχές και σκέψεις για το μέλλον των παιδιών αυτών (εδώ στην Ιαπωνία ή στο εξωτερικό) και για το μέλλον των ανθρώπων που υποφέρουν εδώ και τώρα.

Τογιάμα Άτσουκο

Sunday, April 3, 2011

(5) 3月14日 今日から計画停電が始まりました。










(5) March 14: The rolling blackouts start today

It might sound hard to believe but I’ve heard from coworkers (in their mid-30s, no less) that they don’t remember ever having to face a power outage. There have been occasions when due to lightning or typhoon, power lines had been cut but in those cases, power had been restored within a few hours. In Japan, electric power and water, the so called “lifelines” are supposed to be something you can always rely upon. The Tokyo Electric Power Company, one of the most important Japanese companies in the Kanto area, had always been a reliable company providing the electricity needed for this area.

In a country like Japan where resources are scarce, the required power comes from hydroelectric plants, thermal power plants and nuclear power plants combined with some clean energy installations; under normal conditions, this planning ensures a steady production of power that covers the country’s needs. In my opinion, Tokyo Electric Power Company’s main mistakes were that up until now, they were always advertising how safe the power plants are and that they never explained to us how much we rely on those plants for the electricity that we need.

Anyway, the blackouts are going to have three-hour duration and they will be area specific; each area will have a three-hour blackout and then the next area will follow. The Tokyo Electric Power Company, however, said that the enforcement of the blackouts will depend on the power demands. Except for the trains that will be forced to change their normal routes and schedules, other important functions of our society (hospitals, public facilities etc.) will keep on operating as usual but shops, restaurants etc. will have to try and match their business hours to the planned blackouts.

My house is in an area that didn’t have any blackouts on the first day, had one on the second day, was supposed to have two on the third day (but only one happened) and had also one on the fourth day. All the blackouts we had to go through lasted for one hour. In my place of work (in Kawasaki), we went through the first three days without any blackouts. One of my colleagues (who also had only one blackout enforced in the area where her house is), was complaining “For me the problem is that they say we are going to have a blackout and then we don’t. Now, even my children don’t believe them when they say that the power is going to go off!” Personally, I felt that the planned blackouts not happening was a good thing but the people’s reaction surprised me. I guess, even under circumstances such as these, it’s important for the Japanese people to feel that if something is planned to happen, it should happen.

In the fourth day, although we had information that the planned blackout would certainly occur, most of my colleagues didn’t really believe it. But I saw that the shops in the neighborhood around our office started closing preparations about one hour before the scheduled blackout; of particular importance in these cases is to stop the operation of elevators and computer servers. For me, though, what was especially worrisome was the toilet: in our office, the toilets have a sensor triggered flush system so if there is no power, the water doesn’t run. Again, it dawned on me how much we rely on power for our everyday needs.

Only when we lose the things we consider ordinary and common, we understand how many they are. In our all-electric homes and workplaces, a power outage makes everything halt; even our cell-phones’ batteries eventually die out and they stop being useful and the same goes for IP-phones and the Internet. This entire situation with the blackouts made electricity a matter for concern.

My house is very close to the Atsugi American military base – about 2 kilometers as the crow flies- and I saw that the base never faced power outages. So I asked some coworker who also lives in our city (and thus, close to the base’s gate) why this is so and he replied “Well, the base surely has generators for such occasions”. I was still not convinced, though; the base is a huge installation and I couldn’t believe that they have generators big enough to power all this. The next day, his wife who hadn’t seen their area in the blackouts list, went to the city hall to ask why it was so. The city hall clerk’s sole reply was “Your area is not in the list” so I guess this answers my question too.

Toyama Atsuko

(5) 14 Μαρτίου: Αρχίζουν οι διακοπές ρεύματος

Μπορεί να ακουστεί παράξενο, όμως άκουσα συναδέλφους μου (και μάλιστα ηλικιών 30 και), να λένε ότι δε θυμούνται να έχουν ζήσει ποτέ μπλακάουτ. Υπάρχουν περιπτώσεις που, εξαιτίας κάποιου κεραυνού ή κάποιου τυφώνα, κόβονται ορισμένα καλώδια και γίνεται διακοπή ρεύματος, όμως στις περιπτώσεις αυτές η διακοπή αποκαθίσταται σε μερικές ώρες το πολύ. Στην Ιαπωνία, το ρεύμα και το νερό –αυτά δηλαδή που είναι απαραίτητα για τη ζωή μας- είναι κάτι στο οποίο έχουμε μάθει να στηριζόμαστε 100%. Η Εταιρεία Ηλεκτρισμού του Τόκιο, μια από τις σημαντικότερες ιαπωνικές εταιρείες του Κάντο, ήταν πάντα αξιόπιστη από αυτή την άποψη και ποτέ δε μας έλειψε το ρεύμα που χρειαζόμαστε.

Σε μια χώρα όπως η Ιαπωνία, όπου οι φυσικοί πόροι είναι ελάχιστοι, η ενέργεια που χρησιμοποιούμε προέρχεται από υδροηλεκτρικά εργοστάσια, από θερμικά εργοστάσια και από πυρηνικά εργοστάσια, σε συνδυασμό με κάποιες μονάδες καθαρής ενέργειας –κάτω από κανονικές συνθήκες, ο σχεδιασμός αυτός εξασφαλίζει μια σταθερή παραγωγή ενέργειας που καλύπτει τις ανάγκες της χώρας. Κατά τη γνώμη μου, τα δύο μεγάλα λάθη της Εταιρείας Ηλεκτρισμού του Τόκιο, ήταν ότι ως τώρα διαφήμιζε πάρα πολύ πόσο ασφαλή είναι τα πυρηνικά εργοστάσια και ότι ποτέ δε μας εξήγησε πόσο στηριζόμαστε στα εργοστάσια αυτά για να καλύψουμε τις ανάγκες μας.

Όπως και να ‘χει, οι διακοπές ρεύματος πρόκειται να έχουν διάρκεια τριών ωρών και θα εξαρτώνται από την περιοχή· κάθε περιοχή θα έχει μια τρίωρη διακοπή και στη συνέχεια η διακοπή θα μεταφέρεται στην επόμενη περιοχή. Η Εταιρεία Ηλεκτρισμού του Τόκιο, ωστόσο, είπε ότι η εφαρμογή των διακοπών θα εξαρτάται από τις απαιτήσεις σε ρεύμα. Εκτός από τα τρένα που θα αναγκαστούν να λειτουργούν με διαφορετικά δρομολόγια και διαφορετικά ωράρια, οι άλλες σημαντικές για τη ζωή μας υπηρεσίες (νοσοκομεία, δημόσιές υπηρεσίες και χώροι κ.λπ.) θα συνεχίσουν να λειτουργούν κανονικά –τα καταστήματα και τα εστιατόρια όμως, θα πρέπει να προσπαθήσουν να ταιριάξουν τις ώρες λειτουργίας τους με τις προγραμματισμένες διακοπές.

Το σπίτι μου είναι σε μια περιοχή που δεν είχε διακοπές την πρώτη μέρα, είχε μόνο μία τη δεύτερη, υποτίθεται ότι θα είχε δύο την τρίτη (αλλά έγινε μόνο η μία) και είχε άλλη μια την τέταρτη. Όλες αυτές οι διακοπές, διήρκεσαν για μια ώρα. Στη δουλειά μου (στο Καουασάκι), τις τρεις πρώτες ημέρες δεν είχαμε καθόλου διακοπές –μια συνάδελφός μου (στο σπίτι της οποίας επίσης είχαν μόνο μια διακοπή), παραπονιόταν ότι «Το πρόβλημα μου είναι ότι λένε πως θα κάνουν διακοπές και δεν τις κάνουν. Τώρα πια, ούτε τα παιδιά μου δεν τους πιστεύουν όταν λένε ότι θα κοπεί το ρεύμα!» Προσωπικά αισθανόμουν ότι το να μη γίνονται οι προγραμματισμένες διακοπές είναι καλό, όμως ομολογώ ότι η αντίδραση των ανθρώπων με εξέπληξε. Φαντάζομαι ότι, ακόμα και κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι σημαντικό για τους Ιάπωνες να αισθάνονται ότι αν κάτι είναι προγραμματισμένο πρέπει να γίνεται.

Την τέταρτη μέρα, αν και είχαμε πληροφορηθεί ότι η διακοπή θα γίνει σίγουρα, οι περισσότεροι από τους συναδέλφους μου δεν το πήραν και πολύ στα σοβαρά. Είδα όμως ότι τα καταστήματα στη γειτονιά γύρω από το γραφείο μας άρχισαν να προετοιμάζονται για κλείσιμο περίπου μια ώρα πριν την προγραμματισμένη διακοπή· στις περιπτώσεις αυτές, το πιο σημαντικό είναι να σταματήσουν να λειτουργούν τα ασανσέρ και οι σέρβερ των δικτύων υπολογιστών. Εγώ, ωστόσο, θεώρησα πολύ ανησυχητικό το θέμα των τουαλετών: στο γραφείο μας, τα καζανάκια στις τουαλέτες λειτουργούν με φωτοκύτταρο, πράγμα που σημαίνει ότι αν δεν υπάρχει ρεύμα, δεν υπάρχει και νερό. Και για μια ακόμα φορά, συνειδητοποίησα πόσο στηριζόμαστε στο ρεύμα για τις καθημερινές μας ανάγκες.

Μόνο όταν χάνουμε τα πράγματα που θεωρούμε συνηθισμένα και καθημερινά αντιλαμβανόμαστε πόσα είναι. Στα σπίτια και τα γραφεία μας, που τα πάντα λειτουργούν με ρεύμα, μια διακοπή κάνει τα πάντα να σταματήσουν –ακόμα και οι μπαταρίες των κινητών μας κάποτε τελειώνουν με αποτέλεσμα τα τηλέφωνα να αχρηστεύονται και το ίδιο συμβαίνει με τα τηλέφωνα ΙΡ και με το Ίντερνετ. Όλη η κατάσταση με τις διακοπές, μετέτρεψε τον ηλεκτρισμό από ευκολία σε ανησυχία.

Το σπίτι μου βρίσκεται πολύ κοντά στην αμερικανική στρατιωτική βάση Ατσούγκι –σε ευθεία γραμμή, η απόσταση είναι περίπου δύο χιλιόμετρα- και πρόσεξα ότι εκεί δεν είχαν ποτέ διακοπές ρεύματος. Ρώτησα έναν συνάδελφό μου που μένει κι αυτός στην περιοχή μας (κοντά στην πύλη της βάσης) και η απάντησή του ήταν «Η βάση πρέπει σίγουρα να έχει γεννήτριες για τέτοιες περιπτώσεις», όμως η απάντηση δε με κάλυψε· η βάση είναι μια τεράστια εγκατάσταση και δεν μπορούσα να πιστέψω ότι έχουν γεννήτριες τόσο μεγάλες που να μπορούν να καλύψουν τα πάντα. Την επόμενη μέρα, η γυναίκα του, η οποία δεν είδε την περιοχή στον κατάλογο των διακοπών, πήγε στο δημαρχείο για να ρωτήσει γιατί συνέβαινε αυτό. Η απάντηση του υπαλλήλου ήταν απλώς «Η περιοχή σας δεν είναι στον κατάλογο» και αυτό μάλλον απαντάει και στη δική μου ερώτηση.

Τογιάμα Άτσουκο